Μιχάλης Πιερής [ΙΙΙ ποιήματα]

Το Δίπορτο
(Κεντρική Αγορά Αθηνών)

Καθόταν μόνος πίνοντας κρασί
στης αγοράς τη δίπορτη ταβέρνα
όπου χωνεύονται τα αισθήματα του απάνω κόσμου
παίρνοντας πραγματικήν υπόσταση
εκείνο που τους λείπει αποκτώντας
στη φθαρτή ζωή των υλικών πραγμάτων.

Δεν πρόσεξε πώς μπήκε
ποιαν κατέβηκε από τις δύο πόρτες
αυτός την έψαχνε στην αγορά
και στη βουή του κόσμου άκουε τη φωνή της
τώρα τη βλέπει ξαφνικά σαν φως
από παντού να κατεβαίνει
όπου κοιτάζει είναι τη δύναμή της ξέροντας
σαν ανεράδα λυγερή σαν αερούσα
μες στους απλούς ανθρώπους να κινείται
καμωματούσα κι άνετη
και μακρινή και ποθητή κι ανθούσα
να κάθεται στο διπλανό τραπέζι
η αναζητημένη των ονείρων
να τον κοιτά παράξενα να τον κοιτά
σαν ξένη, να γέρνει να ζαλίζεται να βγαίνει
απ’ το όνειρο και τ’ όνειρο να φεύγει.

***

Ανάδυση στο Nievski
Και πώς να μπεις που όταν μπήκες

έγινε ο σεισμός. Και πώς να μπεις
είκοσι χρόνια ύστερα σ’ αυτό το μπαρ
που όταν μπήκες έγινε η συντέλεια
άνοιξε χάσμα και κατέβηκες στον κάτω
κόσμο και γνώρισες τα έγκατα της πόλης,
μια χθόνια μουσική σε τύλιξε, με παιδωμή
περπάτησες σ’ ανήλιο χρόνο, μα όταν
αναδύθηκες ξανά μες το Nievski, ήταν εκεί
η θέισσα σε καρτερούσε και σού ’δωσε φιλί
μαζί με το καλό κρασί του Σάρο.

Φιλί που αντιστάθμιζε τα χρόνια μοναξιάς
κι ερήμωσης. Τα χρόνια που περίμενες
ζώντας με ψεύτικα φιλιά του ψεύτη κόσμου,
όλα τα χρόνια που περίμενες να βρεις τέτοιο φιλί.

Φιλί που σταματά τον χρόνο.

***

Η Ζβελντίνα της Περούτζιας
Σ’ ένα κουτί κλεισμένη δύο επί τρία, όμως

τα μάτια της αντί να ξεθωριάζουν έλαμπαν
σαν τάφος πέτρινος το μαγαζί στον τοίχο
λαξευμένος σε κτίσμα των Ετρούσκων
στα χρόνια του μεσαίωνα, όμως τα μάτια της
αντί να ξεθωριάζουν έλαμπαν στο χρώμα
τ’ ουρανού και σίγουρα δεν είσαι απ’ εδώ
– όχι!, ήρθα απ’ τον μακρινό βορρά, κατέβηκα
σαν όπως κάποτε κατέβηκαν οι Βάρβαροι
στη Ρώμη, τη χώρα μου τη λένε Λετονία
(τι ιστορία θα είναι πίσω της σκεφτόμουν),
θα ήρθες είπα για σπουδές μένοντας
στο κοινότοπο, όχι μου είπε δίχως
δισταγμό με δίβουλη στο βλέμμα επιθυμία.

O Έρωτας μ’ έφερε, ο έρωτας ενός ωραίου
άντρα κι ύστερα με κράτησε η πόλη
και τα θέλγητρά της, ας μην είναι όπως
πριν η φλόγα που μας έκαψε, ας είναι
πια απόμακρος ο άντρας που με σκλάβωσε
κι εσύ ποιος είσαι που ρωτάς και θες να μάθεις;
(Ας πούμε την αλήθεια είπα μέσα μου
κι αν είναι να γελάσει δεν πειράζει, αυτή
είναι τόσο αληθινή, ας φύγουμε λοιπόν
απ’ τις υπεκφυγές). Εγώ, της είπα, είμαι
ποιητής και ήρθα για ποιήματα στην πόλη σου
απ’ την Κύπρο – είπα και ξαφνικά σκοτείνιασε.

Α, βέβαια, ο Έλληνας…, ψιθύρησε, και τώρα
θα μου πεις πως ήρθες απ’ την Ίμβρο,
ή πως κατάγεσαι απ’ τη Λήμνο ή και την Κύπρο
και έχεις δικαιώματα σ’ αυτή την πόλη
αξίζει να έχεις ειδική φιλοξενία εδώ
στην Ούμπρια καθώς οι τόποι σου
διεκδικούν να έχουν μερτικό στην ιστορία της
– όμως καλέ μου Έλληνα εμένα μ’ έφερε εδώ
ένας ωραίος Τυρρηνός κεραυνοσκόπος
που αγάπησα και θαύμασα το σώμα
και την τέχνη του κι ας μ’ έχτισε η μάνα του
σε τούτο εδώ τον θάλαμο, με χτίζει
κάθε μέρα σαν νά ’μαι πεθαμένη, όμως
εγώ είμαι καλά, δεν με αφιέρωσε κανείς,
μονάχη μου στην πόλη αφιερώθηκα, έχω
τις αναμνήσεις μου και το χαμόγελό μου
που δεν άλλαξε, νομίζω συμφωνείς σ’ αυτό,
το είδα που σε μάγεψε και γύρισες σε μένα
αντί να κατεβείς στη Ρόκκα Παολίνα,
να δεις και να θαυμάσεις την υπόγεια
πόλη, ακούγοντας ίσως, αφού διατείνεσαι
πως είσαι ποιητής, το «Cantodell’amore»
του Carducci, αντί να κατεβείς τις σκάλες
να φτάσεις μες στα σπλάχνα αυτής της πόλης
προτίμησες να ’ρθείς εδώ, στην corsoPietro
Vanucci να σταθείς ξανά μπροστά στον τάφο μου
να ξαναδείς το βλέμμα που σε σκλάβωσε,

– κι όμως θα φύγεις τώρα λες, θα πακετάρεις
ό,τι σου έδωσε η πόλη, εικόνες, το ίδωμά της
και τις γεύσεις, τις μυρωδιές της και τη γνώση,
θα πακετάρεις και θα φύγεις κι εγώ θα μείνω εδώ,
για πάντα ριζωμένη, εδώ που είναι η περούσια μου,
εδώ θα μείνω, ωραία κτισμένη, ενταφιασμένη
στη σκληρή μα και γλυκιά Περούτζια μου…

***


Από το βιβλίο του Μιχάλη Πιερή «Νέκυιες, αποδημίες, επιφάνειες», Λευκωσία, Ύλαντρον 2018.
Στη φωτογραφία ο καθηγητής Μιχάλης Πιερής (πρώτος από αριστερά) με τους Μιχάλη Γκανά, Σωτήρη Παστάκα και τον αείμνηστο Νάσο Θεοφίλου (τελευταίο δεξιά) στο Δίπορτο. (Από το φωτογραφικό αρχείο του Σωτήρη Παστάκα)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Start a Blog at WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: