Jack Hirschman: 1933|13 dec|1954 :Sotirios Pastakas |audio

Ο Jack Hirschman στη ζωή του Σωτήρη Παστάκα:

Ο μεγάλος Jack – όταν τον γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο το 2003 – ήταν πάμφτωχος∙ έμενε σε ένα χώρο 20 τετραγωνικών μέτρων: γραφείο, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία και βιβλιοθήκη∙ για τις προσωπικές του ανάγκες, ανέβαινε δυο ορόφους. Πανευτυχής και δημιουργικότατος.

-Εγώ πλούσιος, μεγαλογιατρός, μπλοκαρισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο, όπως και στη γραφή μου. Απόλυτα δυστυχισμένος.

-Μετά τη συνάντησή μας, δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να ξαναπέσει στην ίδια λούμπα.

-Η επιφοίτηση, το χτύπημα κατακούτελα, το satori που λένε οι Γιαπωνέζοι: όταν αντάμωσα στο “café Trieste” τον Jack∙ ήταν και παραμένει ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου.

-Η αποκάλυψή μου· να μοιάσω στον Jack: Σκόρπισα την περιουσία μου και κατάντησα αν όχι πάμφτωχος, σίγουρα νεόπτωχος.

-Το 2014, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, η συλλογή μου «Food Line», σε μετάφραση: Jack Hirschman και Άγγελου Σακκή.

Από το βιβλίο του Σωτήρη Παστάκα: «Η καταστρεπτική επίδραση της ποίησης» Εξιτήριον 2018

O Jack Hirschman (δεξιά) με τον Σωτήρη Παστάκα @ café Trieste, San Francisco 2003

(I)
ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΓΟΥΙΤΜΑΝ
Ξαφνικά δεν υπάρχουνε νεκροί που θέλω να θυμάμαι
και η καλή μου η αγάπη δεν απελπίζεται για ποίημα.
Κάθομαι πλάι μου με ηρεμία, τεντωμένος
στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου στο Σαν Φρανσίσκο.
Τι να γίνει, η εξέγερση στη γραφίδα μου,
υποχώρησε στο γαλήνιο
στοχασμό του τίποτα συγκεκριμένα.
Ο κόσμος σφυρίζει και στροβιλίζεται έξω
μα περισσότερο με ενδιαφέρουν οι τρίχες του στέρνου μου.
Βρίσκονται εκεί σαράντα χρόνια ή και παραπάνω
απαρατήρητες με τόσες ασχολίες,
και τώρα γκριζάρουν.
Ξαφνικά νιώθω ότι μου λείπουν,
η κόκκινη νιότη τους, ο σκοτεινός τρόπος με τον οποίο προσέλκυαν
πολλά φιλιά στη σάρκα από κάτω τους.
Πραγματικά ελάχιστη σημασία τους έδωσα, πόσο μάλλον τις ένιωσα,
και τώρα σύντομα θα ’ναι λευκές, και τι να πω;
Ότι δεν ανήκαν σε μένα;
Ότι δε σήμαιναν πολλά;
Όταν πρόκειται για του σώματος το φτωχό παλιό δρόμο,
κάθε σημείο του πρέπει να έχει αγγιχθεί.

Ο Jack Hirschman με τον Σωτήρη Παστάκα (δεξιά) @ Casa della Poesia Baronissi, Μάιος 2012

(II)
ΤΟ ΑΚΑΤΟΝΟΜΑΣΤΟ
Υπάρχει μία λέξη
για την ανεμπόδιστη ευτυχία
μετά τον έρωτα,
τον ανήσυχο ύπνο που γεννάει
το ποίημα
τη διαύγεια την άλλη πλευρά της γεύσης
του ποτού και της νικοτίνης
ή του αρωματικού καπνού,

τις μυρωδιές απ’ οπουδήποτε
που εισβάλλουν ευωδιαστές─

Ω απλέ ύπνε του σιτάρ
του σώματος,
σε παίζω με τις βλεφαρίδες μου
όπως οι κεραίες
μίας κατσαρίδας
γράφουν τον καφέ της στίχο
σε ένα ψίχουλο στο κελάρι.
Είναι μια εποχή όπου
όλα κατασκευάζονται
σαν τον αντίχειρα και τον δείκτη.

Ο ήλιος γεννιέται
απ’ τ’ ωάριο στο φεγγάρι
των γοφών σου˙
θα χρειαστεί όλη τη νύχτα, το σπέρμα μου,
τα θραύσματα κατά μήκος της θάλασσας,
τα όνειρά σου, και ύστερα
θα ανήκει στον υπόλοιπο
κόσμο ξανά.

Δε γνωρίζω τη λέξη σ’ αυτή τη γλώσσα
για το ιντερλούδιο ανάμεσα
στο σώμα σου και τη βύθιση
του δικού μου στον ύπνο,
μα ποτέ δεν είναι το ποίημά μου
περισσότερο ποίημα,
ούτε η ακινησία
τόσο ώριμη.
Είμαι σαν τη λέξη σταφύλι
ή νεραϊδένια, η πράξη
της γραφής με διεγείρει,
δεν αποκοιμιέμαι μα ξεραίνομαι
στον ύπνο πλάι σου
σάμπως μεθυσμένο μελάνι
κυκλωμένο από ένα σώμα
με υφή σταφυλιού

οι τρυφερές σου χειρονομίες
πάντα αφήνουν κηλίδες
ανεξίτηλων τόνων.

O Jack Hirschman διαβάζει το ποίημα Mother του 
Jack Hirschman

(III)
ΜΗΤΕΡΑ
Δε βρισκόμαστε σ’ αυτό τον κόσμο
καιρό πριν
συνέβη και τελείωσε:
ο κόσμος ο πόλεμος ο παγκόσμιος πόλεμος.
Σε πήρα από το χέρι
και περάσαμε,
μικρούτσικο χεράκι, μικρούτσικο αστεράκι.
Δεν κινιόσουν τότε
εγώ ήμουνα νεκρός, ύστερα πέθανες εσύ.
Στο ανοικτό στόμα της θλίψης
καίει ένα κερί.

Δεν είμαι με την ανάσα μου,
είμαι το αργό ξεφλούδισμα
της επιδερμίδας
και όσα όλοι οι θάνατοι
που είδα καταγράφουνε
στα μάτια μου.
Έχω υπάρξει γελαστό δέντρο
πλάι σε φούρνο
με μελωμένες μπανάνες,
έχω υπάρξει ελκυστικός γκριζομάλλης
και με τακούνια κομψός,
έχω υπάρξει ό,τι
σε ανέτρεψε
και οι λέξεις που ψάχνεις,
έχω υπάρξει κατάπτυστος
και συμμορίτης,
σκοτωμένος και άτρωτος,
σκύλα γυναίκα,
μαστίγιο συμπόνιας
πίσω απ’ το ναρκωτικό των πουτάνων,
κόκκινος μίτος που
ελευθερώνει όλους τους κατάδικους,
δακτυλήθρα που μετράει
τις μεζούρες σου,
καλίμπα που τυλίγει
τους εφιάλτες σου με νανουρίσματα,
δύναμη της γέννησης
όταν ένα παιδί πεθαίνει.

Δε βρισκόμαστε σ’ αυτό τον κόσμο
καιρό πριν
συνέβη και τελείωσε:
ο κόσμος ο πόλεμος ο παγκόσμιος πόλεμος.
Σε πήρα από το χέρι
και περάσαμε,
μικρούτσικο χεράκι, μικρούτσικο αστεράκι.
Γιατί να κλάψω τώρα τώρα
που εισχώρησες στο σκοτάδι;
Πολλοί σαν εμένα τριγύρω σου.
Ο αιθέρας μας δεν τελειώνει.
Αν δεν ξαναμιλήσουμε,
εσύ θα γράψεις τη συνομιλία μας.
Αν η φωνή μου δεν ανταποκριθεί στην καρδιά σου
(μα αυτό είναι αδύνατον,
είσαι ακόμα τόσο παιδί,
εγώ κλαίω στο παράθυρο),
άλλες φωνές θα σηκώσουν τη δική μου
και θα τη μεταφέρουν στο κέντρο
της ανάσας σου.

Ω αγαπημένη μου, όταν τυλίχτηκες στις φλόγες,
όταν τα κόκαλά σου φουσκάλιασαν,
εκείνες ακριβώς τις στιγμές,
ποιος οδήγησε τους σπόρους σ’ έναν γρήγορο
χείμαρρο στους μηρούς και στόχευσε
τα όλο λαχτάρα ωάρια με δόξα;
Όταν μεγάλωσες σαν αλφαβητάρι
σε ένα κείμενο οργής
έναντι όλης της αδικίας ετούτης
της αισχροκερδούς κόλασης,
όταν το μυαλό σου κατέρρευσε,
όταν το φύλο σου διασπάστηκε
σαν την Κορέα, το Βιετνάμ,
σαν το Βορά και τον Νότο,
όταν δηλητήρια ήρθαν μ’ ευχαρίστηση
και το αντίδοτο αχρηστεμένο,
ποιος έκοψε τον αέρα
σαν να στραγγάλιζε κοτόπουλο;
ποιος έκοψε τα φτερά και τα έριξε
για να απαλύνει την πτώση σου;

Είμαι αυτός που τρέχει στους δρόμους
φωνάζοντας το όνομά σου ενάντια στη λοιδορία,
είμαι ο ύπνος της αυτοκτονίας
και ο καταρράκτης των αμνημόνευτων μαλλιών,
είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.
Τη μοναξιά, τη χάρη, το χαμόγελο
που ανταποδίδει το χαμόγελό σου
από τα βάθη της βιολογίας
της εργασίας και της χαράς
μόνο τα καρδιοχτύπια του διθυράμβου προσεγγίζουν,
μόνο οι χτύποι της ψυχής του κόσμου καθορίζουν.

Δε βρισκόμαστε σ’ αυτό τον κόσμο
καιρό πριν
συνέβη και τελείωσε:
ο κόσμος ο πόλεμος ο παγκόσμιος πόλεμος.
Σε πήρα από το χέρι
και περάσαμε,
μικρούτσικο χεράκι, μικρούτσικο αστεράκι.

Ο Σωτήρης Παστάκας διαβάζει το ποίημα ΜΟΝΟΠΑΤΙ (Path) του Jack Hirschman

(IV)
ΜΟΝΟΠΑΤΙ (Ιδιόχειρο από τον Jack Hirschman)
Πήγαινε στην πληγωμένη σου καρδιά.
Αν νομίζεις πως δεν έχεις, βρες μία.
Για να βρεις, να είσαι ειλικρινής.
Μάθε την ειλικρίνεια της πρόθεσης
καθ’ ότι ανήμπορος πραγματικά να κάνεις αλλιώς.
Ακόμα όπως προσπαθείς να διαφύγεις
άσ’ τη να σε πάρει και να σε σκίσει
σαν γράμμα σταλμένο, σαν καταδίκη
που περίμενες όλη σου τη ζωή
παρ’ ότι τίποτα δεν έκανες.
Άσ’ τη να σε κοροϊδέψει,
Άσ’ τη να σε διαλύσει, καρδιά.
Το πλήγωμα της καρδιάς συστήνει την απαρχή
κάθε αληθινής υποδοχής.
Το αυτί της ανθρωπότητας ακούει πέρα από τις πύλες.
Δες τις πόρτες που ανοίγουν.
Νιώσε τα χέρια σου να πιάνουν τους γοφούς σου,
το στόμα σου να γεννάει τη φωνή σου
για πρώτη φορά.
Πήγαινε τραγουδώντας στριφογυρίζοντας μέσα στη δόξα
της εκστατικής απλότητας.
Γράψε το ποίημα.

Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος

Το πρώτο βιβλίο του Jack Hirschman στα ελληνικά, ετοιμάζεται από τις Εκδόσεις Απόπειρα σε μετάφραση του Χρίστου Αγγελακόπουλου.

Επιλογή-Επιμέλεια: Κωστής Παπαζάκ, Ευθύμιος Λέντζας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: