Walt Whitman

Απόδοση: Γιάννης Βαρβέρης

ΣΤΗ ΓΑΛΑΖΙΑ ΟΧΘΗ ΤΗΣ ΟΝΤΑΡΙΟ

1

ΠΛΑΪ στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
Καθώς σκεφτόμουνα τις μέρες του πολέμου, τη σημερινή ειρήνη αλλά και τους νεκρούς που πια δε θα γυρίσουν,
Φάντασμα γιγαντιαίο και μεγαλόπρεπο με πρόσωπο αυστηρό στάθηκε δίπλα μου
Και Ψάλλε μου, είπε, το ποίημα της Αμερικής που βγαίνει απ’ την καρδιά της, ψάλλε της νίκης το τραγούδι,
Της Λευτεριάς ξεκίνα τους παιάνες, πιο βροντερούς παρά ποτέ,
Ψάλλε πριν φύγεις το τραγούδι για της Δημοκρατίας τις αγωνίες και τα δεινά.

(Δημοκρατία, χρισμένη εσύ νικήτρια, κι όμως σε κάθε βήμα απατημένη
Από χαμόγελα υποκριτικά, θάνατο κι απιστία.)

2

ΙΔΟY  Έθνος νέο και στέκομαι μπροστά σας∙ και θεριεύω
Όπως κανείς θεριεύει για να δικαιωθεί στα μάτια σας.
Τίποτε δεν πετάω κι όλα τα δέχομαι και χωνεμένα τα γεννάω ξανά σε νέα δικά μου σχήματα.

Γενιά που δοκιμάζεται στο χρόνο και στις πράξεις,
Είμαστε αυτό που είμαστε κι η ίδια η γέννησή μας απάντηση ισχυρή σ’ όποιαν αντίρρηση∙
Εμείς έχουμε για όπλα τους εαυτούς μας
Που μας κάνουν φοβερούς και τρομερούς,
Μόνοι όλα τα μπορούμε κι επαρκούμε σ’ όλα χάρη στην ποικιλία μας κι είμαστε
Μέσα μας οι ομορφότεροι για τα δικά μας μάτια∙
Κι ισορροπούμε μόνοι εδώ στο κέντρο, κι από δω, σ’ όλη την οικουμένη τα κλαδιά μας:
Απ’ το Μισούρι, τη Νεμπράσκα ή το Κάνσας, μ’ ένα χαμόγελο, απάντηση μαχητική στην όποια περιφρόνηση.

Όποια αμαρτία αρχίζει και τελειώνει μέσα μας,
Ό, τι κι αν γίνει κι ό, τι κι αν δεν γίνει∙
Αμαρτωλοί ή ωραίοι μόνο για μας και μέσα μας.

(Μητέρα εσύ κι αγαπημένες αδελφές!
Κι αν κάποτε χαθούμε, δε θα ‘ναι από κατακτητή∙
Στην αιώνια νύχτα μόνοι μας θα βυθιστούμε.)

3

ΜΗΠΩΣ νομίσατε πως ένας μόνον άρχοντας μπορεί να υπάρχει;
Άρχοντες άπειροι σας λέω εγώ –  γιατί κανείς κανέναν δεν αντισταθμίζει, όπως το βλέμμα κανενός δεν εμποδίζει τ’ άλλα βλέμματα κι όπως καμιά ζωή μ’ άλλη ζωή δε γίνεται να εξισωθεί.
Όλοι άξιοι για τα πάντα
Κι όλα τα πάντα είναι για τους ανθρώπους, δηλαδή για σας,
Και δίχως θείους ή άλλους όρους.

Όλα πηγάζουν απ’ το σώμα∙ η υγεία του σώματος πηγή αρμονίας μας με το σύμπαν.
Φτιάξτε σπουδαίους ανθρώπους: τ’ άλλα θα ‘ρθούνε μόνα τους.

4

ΕΥΛΑΒΕΙΑ κι άνεση: σ’ όσους αρέσει αφήστε τις.
Ειρήνη και νωχέλεια μα κι υποταγή: σ’ όσους ταιριάζουν, χάρισμά τους.
Εγώ ειμ’ αυτός που προκαλώ με δυνατές φωνές και ξεσηκώνω
Άνδρες, γυναίκες, έθνη ολόκληρα: Μπρος, σηκωθείτε, αγωνιστείτε, εμπρός, για τη ζωή σας.

Μάλλιασε η γλώσσα μου να τριγυρνώ στις Πολιτείες κι όποιον τυχαίνω να ρωτάω:
Ποιος είσαι εσύ που θέλεις να σου ξαναπούν αυτό που ξέρεις ήδη;
Και ποιος που μες στην τόσην ανοησία θες για συντροφιά σου μόνο το βιβλίο;

(Με αγωνίες κι οδυρμούς σαν τους δικούς σου, πατρίδα μου τόσων παιδιών, Σε τούτη την περήφανη φυλή σου αφιερώνω τις κραυγές μου.)

Ω γη μου, θα γίνεις συ πιο ελεύθερη απ’ ό, τι ελεύθερο έχει υπάρξει;
Αν πράγματι το θέλεις, άκουσέ με:
Φοβού τις χάρες, την αβρότητα και του πολιτισμού μας τη λεπτότητα,
Τη γλύκα του ώριμου καρπού και του μελιού το ρούφηγμα.
Και κοίτα πως, μέσα στ’ ωρίμασμά της, η Φύση προς το θάνατο οδηγείται
Και πως, οι πολιτείες κι οι άνθρωποι, έχουνε δοξαστεί πριν παρακμάσει η ρώμη τους.

5

ΑΙΩΝΕΣ και πρόγονοι στοιβάζανε δίχως σκοπό και για πολύ καιρό υλικά∙ Τώρα η Αμερική προσφέρει τρόπους ανοικοδόμησης και χτίστες.

Οι αθάνατοι ποιητές, Ασιάτες κι Ευρωπαίοι, δώσανε το έργο τους περνώντας σ’ άλλες σφαίρες∙
Ένα απομένει: να ξεπεραστεί από μας το έργο εκείνων.

Η Αμερική, για όλα τα ξένα σχήματα περίεργη, στέκεται ορθή και μόνη μπροστά σ’ όλους τους κινδύνους∙
Μεγάλη, μόνη, δυνατή και πολυσύνθετη, αρχίζει τώρα την αληθινή εκμετάλλευση του παρελθόντος∙
Δεν το απορρίπτει, ούτε αυτό, ούτε τα έργα των ανθρώπων του και τις μορφές τους,
Το κάθε μάθημα το δέχεται με νηφαλιότητα, παρατηρεί το πτώμα καθώς έξω από το σπίτι αργά το βγάζουν,
Το βλέπει λίγο να καθυστερεί κοντά στην πόρτα, λέει πως ήταν ταιριαστό με τον καιρό του
Και κοιτάζει πόσο ταιριαστός με το δικό του νέο καιρό
Ειν’ ο ρωμαλέος εκείνος κληρονόμος της ζωής που τώρα πλησιάζει.

Την κάθε μια εποχή ένα έθνος πρέπει να την οδηγεί,
Μια χώρα να ‘ν’ η υπόσχεση κι η σιγουριά του μέλλοντος.

Αυτές οι Πολιτείες είναι το μέγα ποίημα.
Δεν έχετε μπροστά σας ένα έθνος, μα ένα Έθνος εθνών∙
Κι οι πράξεις των ανθρώπων του ειν’ τα πιο μεγάλα κατορθώματα της μέρας και της νύχτας∙
Σε μεγαλειώδεις μάζες το κάθε τι κινείται εδώ κι αδιαφορεί για κάθε τι μικρό∙
Εδώ οι σκληροί κι οι γενειοφόροι, εδώ η φιλία κι ο αγώνας πάλι εδώ: ό, τι η ψυχή αγαπάει,
Εδώ τα τρένα που κυλούν, εδώ τα πλήθη, η ισότητα κι η ποικιλία εδώ: ό, τι η ψυχή αγαπάει.

6

ΧΩΡΑ απ’ τις χώρες πρώτη, να οι βάρδοι σου που θα το πουν!
Ανάμεσά τους ένας, προβάλλει με το πρόσωπό του δυτικοθρεμμένο∙
Έχει κληρονομήσει από τη μάνα κι από τον πατέρα του την έκφραση∙
Πρώτη του ύλη το νερό, η γη, τα ζώα, τα δέντρα∙
Απ’ την κοινή κληρονομιά πλασμένος, έχοντας χώρο για τα κοντινά και μακρινά,
Έτοιμος ν’ αρνηθεί τις άλλες χώρες ενσαρκώνοντας μονάχα τη δική του.
Τη μαγνητίζει με το σώμα και με την ψυχή, μ’ αγάπη ασύγκριτη την έχει κρεμασμένη στο λαιμό.
Τα γόνιμά του μπράτσα τα βυθίζει στις αρετές και στις αδυναμίες της, Δανείζει τη φωνή του στις απαρχές, στα γεγονότα, στις μορφές της, στους πολέμους και στις πόλεις της,
Ποτάμια, λίμνες κι οι όρμοι της εκβάλλουν απ’ το στόμα του,
Μέσα του ερωτικά εξαντλεί τον Νιαγάρα, τον Κολούμπια και τον Χάτσον και τον Μισισιπή με τις φουσκονεριές του κάθε χρόνο και τις καινούριες ολοένα υδατοπτώσεις του,
Στου Ατλαντικού την παραλία πέρα ως πέρα
Ή στη μεγάλη ακτή του Ειρηνικού
Από Βορρά σε Νότο απλώνεται, ξαπλώνεται σ’ Ανατολή και Δύση αγγίζοντας το παν ανάμεσά τους.
Αυτός γεννάει γεννήματα που κάνουν για όλους τους καρπούς: για τον καρπό του πεύκου και του κέδρου, της βαλανιδιάς, της χαρουπιάς, του κώνειου, της καρυδιάς, της καστανιάς, της λεύκας, της πορτοκαλιάς και της μανόλιας,
Μέσα του ολόκληρος πυκνό κουβάρι μοιάζοντας με καλαμιώνα ή έλος. Αυτός σαν τις πλαγιές και τις κορφές βουνών με δάση όλο καθάριο χιόνι του Βορρά,
Αυτός οι φυσικοί και τρυφεροί βοσκότοποι σαν τους λειμώνες, σαν τα υψίπεδα, σαν τις σαβάνες,
Αυτός το πέταγμα, το γύρισμα, η κραυγή, κι ό, τι απαντάει στο πέταγμα και στην κραυγή του αετού, του ψαραετού, του κοτσυφιού και του ερωδιού, Αυτός το πνεύμα που αγκαλιάζει όλη τη χώρα του, ανοιχτός και στο καλό και στο κακό,
Ο που αγκαλιάζει την αληθινή ουσία και τους νέους και τους παλιούς καιρούς,
Ο που αγκαλιάζει τις πρωτόγνωρες ακτές και τα νησιά, και των ερυθροδέρμων τις φυλές,
Και τ’ ανεμοδαρμένα σκάφη και τις αποβάθρες, τις εγκαταστάσεις, τα νέα αναστήματα μαζί με τα παλιά και δυνατά,
Μα και το πρώτο, αγέρωχο στην πρόκλησή του, της Ανεξαρτησίας το έτος και τον πόλεμο και την ειρήνη και το Σύνταγμα,
Τις Πολιτείες τις χωριστές, αυτό το απλό κι ελαστικό τους σχήμα, και τους μετανάστες
Κι  ακόμα την απόρθητη Ένωση, πάντοτε σίγουρη κι έτοιμη πάντα για τα μεγάλα λόγια.
Αυτός εκείνος που αγκαλιάζει την απέραντη ενδοχώρα, τις παράγκες και τα ξέφωτα, τ’ άγρια ζώα, τους κυνηγούς και όσους στήνουν παγίδες,
Τη γεωργία, τις τόσες τεχνικές της, τα ορυχεία, τη θερμοκρασία και τις καινούριες Πολιτείες που ετοιμάζονται,
Και το Κογκρέσο με τις ετήσιες συνελεύσεις του και με τα μέλη που καταφθάνουν πάντοτε στην ώρα τους έχοντας ξεκινήσει από πολύ πολύ μακριά,
Είναι αυτός εκείνος που αγκαλιάζει ευγενικούς γεωργούς, μηχανικούς, και απ’ αυτούς τους νεότερους ιδίως, μιμούμενος τους τρόπους τους σε λόγο, ρούχα και φιλίες μα και στο βάδισμα, βάδισμα ανθρώπων που δεν έμαθαν ποτέ πως νιώθεις μπρος σ’ έναν ανώτερό σου.
Είναι αυτός εκείνος που αγκαλιάζει τη φρεσκάδα και την ειλικρίνεια της μορφής, και την αποφασιστικότητα κι όλο τον πλούτο της ψυχής τους,
Τη γραφική τους χαλαρότητα και τη βιαιότητά τους όταν αδικούνται,
Του λόγου την ευφράδεια και την αγάπη τους στη μουσική, την περιέργεια, την καλή τους διάθεση και τη γενναιοδωρία, όλην αυτή τη σύνθετή τους φύση,
Τη ζεστασιά τους πάνω απ’ όλα και την τόλμη τους και τον ερωτισμό τους, Την τέλεια ισότητα άνδρα και γυναίκας, τις συνεχείς των πληθυσμών μετακινήσεις τους,
Το υπέροχο το ναυτικό, το ελεύθερο το εμπόριο, τη φαλαινοθηρία, το ψάρεμα και τη χρυσοθηρία,
Τις πόλεις που στριφώθηκαν πάνω στις αποβάθρες και τις γραμμές, σιδηροδρόμων κι ατμοπλοίων, που όλα, πέρα ως πέρα, τα σημεία διασχίζουν.
Και είν’ αυτός ο που αγκαλιάζει τα εργοστάσια, την εμπορική ζωή, τα μηχανήματα που από τόσο κόπο ανθρώπινο μας σώζουν, κι όλες τις περιοχές, τις Βορειοδυτικές, Βορειοανατολικές και Νοτιοδυτικές,
Τους πυροσβέστες του Μανχάταν, τις ανταλλαγές ανάμεσα στις Βόρειες Πολιτείες, και τη ζωή στις φάρμες του Νότου,
Και τέλος τη δουλεία – συνομωσία προδοτική των δολοφόνων, θεμελιωμένη πάνω σ’ ερείπια μοναχά, πάντα σε πόλεμο μαζί της!
Δολοφόνε! Λοιπόν, χωρίς αναβολή, στοίχημα ας βάλουμε τις ζωές μας!

7

(ΙΔΟΥ, ψηλά στον ουρανό, Ελευθερία,
Τώρα που γύρισες νικήτρια απ’ το πεδίο της μάχης,
Το νέο σου φωτοστέφανο κοιτάζω γύρω απ’ το κεφάλι∙
Δε σελαγίζει πια, μα ειν’ άγριο, εκτυφλωτικό,
Με φλόγες του πολέμου και με το τρεμουλιαστό παιχνίδισμα της αστραπής. Και  τον ποιητή σου βλέπω πάντοτε μαζί σου όπου κι αν βρίσκεσαι.
Σε βλέπω με την άσβεστη πάντα ματιά, με τη γροθιά σφιγμένη κι υψωμένη, Και με το πόδι στον αυχένα όποιου σε απείλησε, να τον συντρίβει κάτωθέ σου.
Βλέπω τον αλαζόνα αυτόν με την ανόητη έπαρσή του που καταπάνω σου προχώρησε με δολοφονικό μαχαίρι,
Αυτόν τον καυχησιάρη ξιπασμένο που χθες ακόμα θα ‘ταν ικανός για ένα σωρό κακά,
Τον βλέπω πια πτώμα νεκρό, καταραμένο, βδέλυγμα της γης,
Βορά εντοσθίων ριγμένη στα σκουλήκια του κοπρώνα.)

8

ΠΟΛΛΑ απ’ τα πράγματα τελειώνουν κάποτε∙ αλλά η Δημοκρατία πάντα δημιουργική, γεμάτη προοπτικές.
Πολλοί υμνούν το παρελθόν∙ μα εγώ παινεύω εσάς, ημέρες του παρόντος,
Σε σας, μέρες του μέλλοντος, πιστεύω – και για χάρη σας τον εαυτό μου απομονώνω.
Κι ω Αμερική, για σένα εγώ μοχθώ επειδή δουλεύεις για την ανθρωπότητα∙ Κι ω πολυαγαπημένοι λιθοτόμοι, εγώ οδηγώ όσους μ’ απόφαση και γνώση ξέρουν να προγραμματίζουν.
Ετούτο το παρόν με χέρι φιλικό οδηγώ στο μέλλον.

(Ζήτω η κάθε ορμή που υγιή παιδιά στους νέους καιρούς χαρίζει,
Αλλά κατάρα σ’ όποιαν σπαταλιέται δίχως να σκεφτεί ότι κληροδοτεί στο μέλλον την αδυναμία και τη βρωμιά, τον πόνο και τον τρόμο.)

9

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ άκουσα στην όχθη της Οντάριο
Και τη φωνή του δυνατή που αναζητούσε βάρδους.
Μ’ αυτούς μονάχα κάθε γνήσιο και μεγάλο, μ’ αυτούς μονάχα οι Πολιτείες μας είναι δυνατόν να γίνουν συμπαγής οργανισμός, ένα Έθνος.
Ανώφελο είναι να κρατάς ανθρώπους ενωμένους με τη βία και με σφραγίδες ή χαρτιά∙
Μια ζωντανή αρχή μονάχα τους κρατάει και τους ενώνει σαν το δεσμό που έχουν του σώματος τα μέλη ή οι ίνες των φυτών.
Πιο πολύ απ’ όλες τις φυλές κι από τις εποχές, οι Πολιτείες μας με τις φλέβες τους γεμάτες ποίηση, χρειάζονται ποιητές∙  και θα ‘χουν τους καλύτερους να τους προορίζουν για τους ανώτερους σκοπούς.
Κοινοί μας διαιτητές δε θα ‘ναι τόσο οι Πρόεδροι, όσο οι ποιητές μας.
(Ψυχή γεμάτη αγάπη και γλώσσα της φωτιάς,
Ματιά που τον κόσμο όλο σαρώνεις και τα βαθύτερα τα βάθη διαπερνάς, Μητέρα εσύ, γόνιμη σ’ όλα και γεμάτη απ’ όλα, για πόσο ακόμα στείρα κι άγονη θα μένεις;)

10

Σ’ ΑΥΤΕΣ τις Πολιτείες ο ποιητής ειν’ το νηφάλιο άτομο.
Έξω απ’ αυτόν τα πάντα εκκεντρικά, χοντροφτιαγμένα, ανήμπορα να δώσουν τους καρπούς τους.
Δίχως αυτόν όλα παράταιρα, δίχως αυτόν τίποτα ταιριαστό.
Στην κάθε αξία, στο κάθε πράγμα, ο ποιητής χαρίζει τη σωστή του αναλογία: δεν τη μικραίνει, δεν τη μεγαλώνει,
Ρυθμίζει ποικιλίες, ειν’ το κλειδί,
Ισορροπεί την εποχή του και τη χώρα του
Και δίνει ό, τι χρειάζεται, κι ελέγχει ό, τι πρέπει να ελεγχθεί.
Καιροί ειρήνης: μέσα απ’ αυτόν μιλάει το πνεύμα της ειρήνης, πλούσιο κι ευρύ, έτοιμο να εξοικονομεί, πολυάνθρωπες να χτίζει πόλεις, να ενθαρρύνει τέχνες, εμπόριο, γεωργία, και να φωτίζει του ανθρώπου τη μελέτη, την ψυχή και την υγεία και την πολιτική και την αθανασία.
Καιροί πολέμου: ο ποιητής ειν’ ο καλύτερός του σύμμαχος∙ τροφοδοτεί τον πόλεμο με πυροβόλα αντάξια εκείνων που του δίνουν οι μηχανικοί∙ με κάθε λέξη του μπορεί να χυθεί αίμα.
Καιροί απιστίας: με σταθερή την πίστη του τους σώζει.
Δεν είναι φίλερις, είναι κριτής – κι η φύση απόλυτα τον δέχεται έτσι∙
Δεν κρίνει όπως ο δικαστής μα όπως ο ήλιος, που το κάθε άμοιρο πράγμα λούζει,
Κι η πίστη του ειν’ η πιο βαθιά, γιατί το βλέμμα του μακρύτερα πηγαίνει απ’ ολονών το βλέμμα.
Οι σκέψεις του είναι ύμνοι που εγκωμιάζουνε τα πράγματα∙
Στη μάχη του Θεού με την αιωνιότητα εκείνος παραμένει σιωπηλός,
Την αιωνιότητα δεν αντιμετωπίζει σαν ένα έργο θεατρικό με την πλοκή του και τους ρόλους του.
Μα τήνε βλέπει μες στους άνδρες και μες στις γυναίκες,
Δίχως οι άνδρες κι οι γυναίκες να φαντάζουνε στα μάτια του σαν όνειρα ή κουκίδες.

Ανάμεσα στους πρωτοπόρους πρώτος, ο βάρδος προχωρεί μπροστά
Για τη μεγάλη Ιδέα, για την ιδέα των τέλειων, των ελεύθερων ανθρώπων.
Η στάση του τους σκλάβους ενθαρρύνει, τρομοκρατεί κάθε δεσπότη ξένο.

Άσβεστη η Λευτεριά και η Ισότητα πάντοτε ανυποχώρητη, ζουν στις καρδιές των νέων ανδρών και των καλύτερών μας γυναικών.
(Για κάτι το σπουδαίο λοιπόν πάντα είναι πρόθυμα να πέσουν, για τη Λευτεριά, τ’ αδάμαστα κεφάλια αυτού του κόσμου.)

11

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ, αδέλφια, των ποιητών
Ειν’ η μεγάλη Ιδέα.
Της πιο σκληρής αντίστασης τραγούδια,
Του γρήγορου του εξοπλισμού και της πορείας τραγούδια ας έχουμε εμείς έτοιμα.
Κι ας είμαστε πάντα έτοιμοι γρήγορα να διπλώσουμε την πρώτη, της ειρήνης, και να ξεδιπλώσουμε την άλλη, τη γνωστή πολεμική,
Της Μεγάλης μας Ιδέας τη σημαία.
(Να, το αγριεμένο σου πανί αναπηδάει πιο πέρα!
Κάτω απ’ τη μολυβένια τη βροχή στέκομαι πάλι χαιρετώντας τις πτυχές σου που ανεμίζουν.
Νεύεις μέσα στη μάχη του αγώνα ετούτου του σκληρού, πετώντας πάνω απ’ όλα και σε τραγουδώ!
Ανοίγουνε το ρόδινο κι αστραφτερό τους ρύγχος τα κανόνια κι ορμούν μπάλες ουρλιάζοντας, και να!
Μες στον καπνό διαγράφονται τα μέτωπα της Μάχης, και ακατάπαυστες ομοβροντίες ξερνάνε τα κανόνια.
«Γεμίστε!», το πρόσταγμα τ’ ακούω σαν την καμπάνα, ακούω τη μάχη, τ’ άγρια της τρέλας ουρλιαχτά.
Τώρα τα σώματα στριφτά το ‘να με τ’ άλλο γκρεμίζονται στο χώμα κρύα, Κρύα του θανάτου, για τη δική σου την πολύτιμη ζωή,
Αγριεμένο εσύ πανί που όλο σκιρτάς στον αέρα!)

12

ΕΣΥ είσαι αυτός που διεκδικεί τη θέση του διδάχου ή του ποιητή στις Πολιτείες;
Ο τόπος ειν’ σεβάσμιος κι οι νόμοι του σκληροί.

Όποιος εδώ αναλάβει να διδάξει, πρέπει καλά να ετοιμαστεί στο σώμα και στο πνεύμα,
Πρέπει να τα εκτιμήσει όλα σωστά, να τα ζυγίσει, να δυναμώσει ο ίδιος, να οπλιστεί και να σκληρύνει, να γίνει ευλύγιστος πολύ,
Και να ‘ναι βέβαιος από πριν ότι πολλά και σοβαρά θα τον ρωτήσω εγώ. Ποιος είσαι αλήθεια εσύ που θέλεις να μιλήσεις ή να τραγουδήσεις στην Αμερική;
Έχεις σε βάθος άραγε γνωρίσει τη χώρα αυτή, τις γλώσσες, τους ανθρώπους της;
Και τη φυσιολογία; Τη γεωγραφία; Και την ψυχολογία της; Την πολιτική της; Την περηφάνια της, το φιλελεύθερο και φιλικό της πνεύμα; Τις βάσεις και τους στόχους της;
Το οργανικό μας σύνολο της πρώτης μέρας του πρώτου έτους της Ανεξαρτησίας, εκείνο που υπογράφηκε απ’ τους Επιτρόπους κι επικυρώθηκε απ’ τις Πολιτείες κι ο Ουάσιγκτον το διάβασε μπρος στο στρατό, το ‘χεις σκεφτεί;
Και στο Ομοσπονδιακό το Σύνταγμα έχεις δώσει τον εαυτό σου;
Άραγε ξέρεις ποιοι εγκατέλειψαν διαδικασίες και ποίηση της φεουδαρχίας και υιοθετήσανε διαδικασίες και ποίηση της Δημοκρατίας;
Είσαι πιστός στα πράγματα; Διδάσκεις ό, τι ο λαός των γυναικών και των ανδρών τα σώματα, ο έρωτας κι η ιερή οργή, η γη κι η θάλασσα διδάσκουν; Έμαθες γρήγορα να προσπερνάς τα εφήμερα ήθη, τους παροδικούς συρμούς;
Μπορείς ν’ αντισταθείς στους πειρασμούς, στις αφροσύνες, στις άγριες διαφωνίες, στις ταραχές;
Είσαι αρκετά ισχυρός; Στ’ αλήθεια ανήκεις σ’ όλο το λαό;
Είσαι μακριά από κάθε ομάδα και σχολή ή απλή θρησκεία;
Έχεις ξεμπλέξει με σκεπτικισμούς κι αναθεωρήσεις; Σε ζωογονεί πια τώρα η ζωή η ίδια;
Σου αναπτερώνουν το ηθικό οι νιογέννητές μας Πολιτείες; Έχεις εκείνη την παλιά μαζί και νέα αμεροληψία κι απαντοχή;
Έχεις την ίδια αγάπη για όσους σκληραίνουν ωριμάζοντας και για όσους πρόσφατα ήρθαν στη ζωή; Για τους μικρούς, για τους μεγάλους και για όσους έχουν πλανηθεί;

Λοιπόν, τι φέρνεις στην Αμερική μου;
Κι αυτό άραγε που φέρνεις, στη χώρα μου ταιριάζει;
Μήπως το ‘χουνε πει ή μήπως έχει γίνει απ’ άλλους καλύτερα στο παρελθόν; Μήπως αυτό που φέρνεις ή το πνεύμα του έστω έχει εισαχθεί στη χώρα μας με κάποιο πλοίο;
Μην είναι σκέτος μύθος; Ρίμα; Ωραιολογία; Υπάρχει μέσα του και ζει ο παλιός καλός σκοπός μας;
Μήπως ανήκει αυτό που φέρνεις σε ποιητές, διανοούμενους, πολιτικούς από εχθρικές μας χώρες;
Ή μήπως, ό, τι φέρνεις, λογιάζει ζωντανό κάτι που έχει ένδοξα πεθάνει;
Αυτό που φέρνεις άραγε υπηρετεί ανάγκες πανανθρώπινες; Βελτιώνει τα ήθη;
Και διασαλπίζει, ύστερα απ’ της αποστασίας τον πόλεμο, της Ένωσης τη νίκη την τρανή;
Μπορεί άραγε το έργο σου να ‘ρθει και να σταθεί πλάι στις ακτές αλλά και δίπλα στους αγρούς;
Κι άραγε θα το αφομοιώσω σαν τροφή και σαν αέρα, κι άραγε πάλι θα ξαναφανεί στη δύναμη, στο πρόσωπο και στην περπατησιά μου;
Έχει από δημιουργούς πρωτότυπους μ’ αληθινή δουλειά τελειώσει το έργο σου ή μήπως από απλούς αντιγραφείς;
Και θ’ αντικρίσει κατά πρόσωπο το σύγχρονό μας πνεύμα, τις ανακαλύψεις και τα γεγονότα;
Και τι σημαίνει για τους Αμερικανούς, τις επιδόσεις και τις πόλεις τους,       για το Σικάγο, για το Αρκάνσας και τον Καναδά;
Σκοπεύει το έργο σου, πίσω απ’ τους φανερούς φρουρούς, στους φύλακές μας τους αληθινούς που στέκονται απειλητικοί κι αμίλητοι: μηχανικούς, ανθρώπους του Μανχάταν, της Δύσης και του Νότου, όμοια απαθείς και πρόθυμους μέσα στην τόση αγάπη τους;
Το έργο σου ξέρει τι παθαίνουν τελικά, τι πάντα μέχρι σήμερα έχουν πάθει οι καιροσκόποι, οι βέβηλοι κι οι ξένοι, οι προκατειλημμένοι, οι διαδοσίες κι οι άπιστοι, κάθε φορά που διεκδικήσαν κάτι απ’ την Αμερική,
Ποια χλεύη και ποια αδιαφορία τους περιμένει;
Το μονοπάτι είναι στρωμένο σκόνη τέτοιων σκελετών,
Στην άκρη εκεί του δρόμου τους πετάξανε με κάθε περιφρόνηση.

13

ΠΕΡΝΟΥΝ και χάνονται ρίμες και στιχοπλόκοι, και ποιήματα – αποστάγματα άλλων ποιημάτων χάνονται κι αυτά,
Οι εκλεπτυσμένοι κι οι ετερόφωτοι περνούν, και δεν αφήνουν πίσω τους παρά μονάχα στάχτες,
Όσοι θαυμάζουν κι όσοι εισάγουν ξένα πρότυπα, κι όσοι υπακούουν πιστά είναι το κατακάθι της λογοτεχνίας.
Δώστε της χρόνο κι η Αμερική θα δικαιωθεί, γιατί καμία μεταμφίεση δεν την εξαπατά κι ούτε της κρύβει την αλήθεια, μια κι είναι ψύχραιμη αρκετά
Και μόνο όσους της μοιάζουν θε τρέξει αυτή να συναντήσει∙
Δε θα λαθέψει, μη φοβάστε∙ αν κι όποτε έρθει των ποιητών της ο καιρός, θα σπεύσει να τους προϋπαντήσει.
(Η αξία ενός ποιητή θ’ αμφισβητείται ως ότου η ίδια του η πατρίδα στοργικά τον αγκαλιάσει, όπως κι εκείνος την είχε κάποτε αγκαλιάσει στοργικά.)

Όποιου το πνεύμα κυβερνά, αυτός και κυβερνά∙ κι είναι καλύτερος εκείνος που καλύτερα αποδείχνονται μέσα στο χρόνο τα έργα του∙
Έξω από βία το αίμα του αγαπημένου δυνατού κάθε εποχής.
Κι όσο για τα τραγούδια ή τη φιλοσοφία, για ένα σωστό εθνικό μελόδραμα, για τη ναυπηγική ή για όποια τέχνη,
Σπουδαιότερος αυτός ή αυτή που θα μας δώσει το πιο πρωτότυπο και πρακτικό παράδειγμα.

Ήδη και σιωπηλά εμφανίζεται μια ήρεμη γενιά, βγαίνει στους δρόμους,
Τα χείλη των ανθρώπων χαιρετίζουν μόνο εκείνους που αγαπούν, που δρουν, που ικανοποίηση χαρίζουν και κατέχουνε τη γνώση.
Σε λίγο δε θα υπάρχουνε παπάδες, το έργο τους πια τελείωσε,
Τίποτε επείγον πια δεν έχει ο θάνατος εδώ, μόνο η ζωή επείγει συνεχώς∙ Είναι λαμπρό το σώμα σου κι οι μέρες σου κι οι τρόποι; Αν ναι, τότε και μετά θάνατον θα ‘σαι λαμπρός.
Η δικαιοσύνη, η υγεία κι ο αυτοσεβασμός ανοίγουνε το δρόμο προς την ακατανίκητη τη δύναμη∙
Πάνω απ’ τον άνθρωπο πως θα τολμήσετε να βάλετε οτιδήποτε;

14

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ με, Ενωμένες Πολιτείες!
Ας υπάρχει λοιπόν ένας μπροστάρης – κι αυτός ας είμ’ εγώ, τυπικό δείγμα, μπρος απ’ όλα.

Την πληρωμή μου σας ζητάω για όσα δούλεψα
Κι έχω για πληρωμή μου εγώ να τραγουδήσω τη μεγάλη Ιδέα∙ τα υπόλοιπα σας τα χαρίζω.
Αγάπησα τη γη, τον ήλιο και τα ζώα, τα πλούτη περιφρόνησα,
Ελέησα όσους μου το ζήτησαν, ηλίθιους και τρελούς υπερασπίστηκα, το μόχθο μου και τα εισοδήματά μου αφιέρωσα στους άλλους,
Μίσησα τους τυράννους και διάλογο δεν άνοιξα ποτέ για το Θεό, ήμουνα πάντα επιεικής και υπομονετικός με τους ανθρώπους και το καπέλο μου δεν έβγαλα ποτέ μπροστά σε τίποτε, άγνωστο ή γνωστό,
Ελεύθερα έκανα παρέα με αμόρφωτες αλλά δυναμικές προσωπικότητες, με νέους και με μανάδες,
Στο ύπαιθρο τούτες τις σελίδες μου τις διάβασα στον ίδιο τον εαυτό μου και τις δοκίμασα μπροστά στα δέντρα, στα ποτάμια και στ’ αστέρια,
Ό,τι μου μόλυνε το σώμα και την ψυχή μου πρόσβαλε το απόδιωξα,
Για τον εαυτό μου τίποτε δε ζήτησα που να μην το ‘χω επίμονα ζητήσει και για τους άλλους με τους ίδιους όρους,
Έσπευσα στα πεδία της μάχης και συντρόφους βρήκα κι αποδέχτηκα από κάθε Πολιτεία,
(Σ’ αυτό το στήθος ετοιμοθάνατοι ακουμπήσανε πολλοί στρατιώτες κι αφήσαν πάνω του την τελευταία πνοή τους,
Κι αυτός ο ώμος και το χέρι αυτό, αυτή η φωνή μου, πόσους κατάκοιτους δε στύλωσαν, δεν έθρεψαν, δε γιάτρεψαν, δεν τους ξαναγυρίσαν στη ζωή)∙ Λοιπόν με προθυμία θα περιμένω να με νιώσουν, ώσπου να μεγαλώσει του έργου μου η εκτίμηση
Όλα επιτρέποντάς τα και μη απορρίπτοντας κανέναν.

(Πες μου, Μητέρα, στη σκέψη σου δεν έμεινα πιστός;
Εσένα και το κάθε τι δικό σου δεν είχα μπρος στα μάτια μου σ’ όλη μου τη ζωή;)

15

Τ’ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ: άρχισα πια να βλέπω το νόημα των πραγμάτων:
Δεν είναι η γη, δεν είν’ η Αμερική που ‘ναι τόσο μεγάλη∙
Μεγάλος είμ’ εγώ ή προορίζομαι να γίνω, μεγάλος είσαι Συ εκεί ψηλά ή οποιοσδήποτε άλλος,
Κι είναι σπουδαίο πολιτισμούς και κυβερνήσεις και θεωρίες και ποιήματα και παρελάσεις και θεάματα γρήγορα να διατρέχεις με μόνο σου σκοπό να δημιουργήσεις άτομα.

Κάτω απ’ το κάθε τι υπάρχει το άτομο,
Ορκίζομαι πως τίποτε για μένα δεν αξίζει πια αν αγνοεί το άτομο,
Το Αμερικανικό Συμβόλαιο μόνο σε άτομα αφορά,
Μόνη κυβέρνηση είναι εκείνη που υπολογίζει τα άτομα,
Η θεωρία όλη του σύμπαντος αλάνθαστα προς ένα και μόνο άτομο οδηγεί – σε Σένα.
(Μητέρα! Με το διεισδυτικό και το αυστηρό σου πνεύμα και με γυμνό στο χέρι το σπαθί σου
Σε είδα επιτέλους μόνο με άτομα
Να δέχεσαι να διαπραγματευτείς.)

16

ΚΑΤΩ απ’ το κάθε τι η Εθνικότητα∙
Πίστη σ’ αυτήν ομνύω, κι ας είναι τούτο ευσέβεια ή ας μην είναι.
Ορκίζομαι: άλλο δε με μαγεύει όσο αυτή.
Άνδρες, γυναίκες, πόλεις, έθνη ομορφαίνουνε μέσα απ’ αυτήν.
Κάτω απ’ το κάθε τι η Έκφραση της αγάπης γι’ άνδρες και γυναίκες, (Ορκίζομαι∙ έχω πολλούς γνωρίσει τρόπους έκφρασης αγάπης γι’ άνδρες και γυναίκες, άτονους τρόπους, χαλαρούς,
Αλλά από σήμερα διαλέγω τους δικούς μου τρόπους για να εκφράσω την αγάπη σ’ άνδρες και γυναίκες.)

Ορκίζομαι πως θα κρατήσω μέσα μου κάθε αρετή ετούτης της φυλής
(Πείτε ό, τι θέλετε, άξιος αυτών των Πολιτειών είναι μονάχα εκείνος που οι τρόποι του ταιριάζουν με την τόλμη και τη μεγαλειώδη δίνη της Αμερικής.)

Κάτω απ’ αυτό που η Φύση, τα πράγματα, τα πνεύματα, η ιδιοκτησία κι οι κυβερνήσεις μας διδάσκουν, τ’ ορκίζομαι, διακρίνω άλλα διδάγματα,
Κάτω απ’ το κάθε τι για μένα υπάρχω εγώ, για σένα εσύ (το ίδιο παλιό μονότονο τραγούδι).

17

ΑΣΤΡΑΨΕ μέσα στο μυαλό μου: η Αμερική δεν είναι παρά εσύ κι εγώ,
Εσύ κι εγώ είμαστε τα όπλα, η δύναμη κι η μαρτυρία της,
Τα εγκλήματα, τα ψέματα, οι κλοπές και τα ελαττώματά της: συ κι εγώ,
Και το Κογκρέσο της εσύ κι εγώ, οι αξιωματούχοι και τα βουλευτήρια, τα πλοία της κι ο στρατός εσύ κι εγώ,
Ο πόλεμος (αυτός ο αποτρόπαιος όλος αίμα πόλεμος που από δω και πέρα εγώ θα τον ξεχάσω) ήσουν εσύ κι εγώ,
Το φυσικό, το τεχνητό: εσύ κι εγώ,
Η ελευθερία κι η γλώσσα, τα ποιήματα και τα επαγγέλματα,
Το παρελθόν και το παρόν, το μέλλον: συ κι εγώ.

Όπως κανένα μέρος του εαυτού μου δεν παραμελώ,
Έτσι κι απ’ την Αμερική δε θα παραμελήσω τίποτε, καλό ή κακό,
Κι ούτε ποτέ μου θ’ αρνηθώ κι εγώ να χτίσω μαζί μ’ όποιον δουλεύει για την ανθρωπότητα,
Κι ίσα μετράω τις τάξεις των ανθρώπων και το χρώμα τους, τα φύλα, τα πιστεύω τους,
Την επιστήμη δικαιώνω και την κάθε πρόοδο για ισότητα
Και βέβαια τρέφω εγώ το αίμα το αλαζονικό του αγαπημένου δυνατού κάθε εποχής.

Είμαι μ’ αυτούς που δεν γνωρίσανε ποτέ τους τον αφέντη,
Με τις γυναίκες και τους άνδρες που η ψυχή τους δε νικήθηκε ποτέ,
Μ’ εκείνους που ποτέ οι συμβάσεις, οι θεωρίες κι οι νόμοι δεν υπέταξαν.

Είμαι μ’ εκείνους που βαδίζουνε μαζί μ’ ολόκληρη τη γη,
Που όταν αρχίζουν κάτι, είναι σαν να τ’ αρχίζουν όλα απ’ την αρχή.
Δε θα δειλιάσω μπρος στους παραλογισμούς
Και θα διακρίνω μέσα τους αυτό που με σαρκάζει.
Θα κάνω να με σεβαστούν πολιτισμοί και πόλεις –
Αυτό είν’ το δίδαγμά σου, Αμερική, αυτό κι εγώ με τη σειρά μου θα διδάξω. (Δημοκρατία, όταν τα όπλα ήταν από παντού στραμμένα προς το στήθος σου,
Εσύ ατάραχη γεννούσες, σε είδα, αθάνατα παιδιά, είδα σαν σε όνειρο το σώμα σου να μεγαλώνει,
Κι είδα ν’ απλώνεις το μανδύα και να σκεπάζεις ολόκληρο τον κόσμο.)

18

ΜΕ τα θεάματα της μέρας και της νύχτας θ’ αναμετρηθώ,
Θα μάθω αν πρόκειται ν’ αποδειχτώ κατώτερός τους ή όχι
Κι αν είμαι ή αν δεν είμαι μεγαλόπρεπος όσο κι εκείνα,
Θα καταλάβω αν είμαι σαν κι αυτά λεπτός κι αληθινός
Κι αν πρόκειται ν’ αποδειχθώ, σε σύγκριση μ’ αυτά, λιγότερο γενναιόδωρος, Θα καταλάβω αν έχω κάποιο νόημα ή όχι, ενώ έχουν σίγουρα ένα νόημα τα καράβια και τα σπίτια,
Θα μάθω αν τα πουλιά μα και τα ψάρια για τον εαυτό τους επαρκούν, ενώ εγώ είμ’ ανεπαρκής για με τον ίδιο.

Το πνεύμα μου τ’ ορθώνω απέναντί σας, ουράνια σώματα, γεννήματα, θηρία, βουνά,
Αμέτρητα κι αν είσαστε, μέσα μου σας απορροφώ, γίνομαι εγώ ο κύριος. Αμερική, απομονωμένη εσύ, που όμως τα πάντα ενσωματώνεις, δεν είσαι τελικά παρά εγώ ο ίδιος.
Τι άλλο είναι αυτές οι Πολιτείες παρά εγώ;

Τώρα πια ξέρω γιατί η γη είναι βρώμικη, κακοτράχαλη, προκλητική: για μένα.
Σχήματα φοβερά και τρομερά, είσαστε φτιαγμένα μονάχα για μένα.

(Μητέρα, έλα γονάτισε και γείρε πάνω μου το πρόσωπό σου∙
Πόλεμοι, ραδιουργίες κι αναβολές – δεν ξέρω το σκοπό τους,
Κι ούτε που ξέρω αν θα μας βγούνε σε καλό∙ ξέρω μονάχα πως μέσα απ’ τους πολέμους και τα εγκλήματα, το έργο σου πρέπει να συνεχιστεί και συνεχίζεται.)

19

ΕΤΣΙ, πλάι στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
Κι ενώ με ρίπιζαν οι άνεμοι και το ‘να μετά το άλλο με φτάνανε τα κύματα Με τους παλμούς της δύναμης ερρίγησε η καρδιά μου κι ήμουν πια δέσμιος της γοητείας του θέματός μου
Ώσπου τα πέπλα που με τύλιγαν σκιστήκανε
Και τις ελεύθερες των ποιητών αντίκρισα ψυχές∙
Οι πιο μεγάλοι βάρδοι των περασμένων εποχών περάσανε μπροστά μου, Άνδρες παράξενοι, πανύψηλοι, αξύπνητοι από χρόνια κι αφανέρωτοι αποκαλύφθηκαν στα μάτια μου μπροστά.

20

ΚΡΑΥΓΗ μου εσύ, εκστατικοί μου στίχοι, μη με περιγελάσετε!
Εγώ δε σας δημιούργησα ούτε για να επικαλεστώ του παρελθόντος μας τους βάρδους, μήτε και για χάρη τους∙
Ούτε για να καλέσω έστω απ’ αυτούς τους σπουδαιότερους εδώ στις όχθες της Οντάριο
Τόσο παράξενα και δυνατά τραγούδησα ετούτο το πρωτόγονο τραγούδι μου. Μονάχα για τη χώρα μου τους βάρδους τους καλώ
(Γιατί ο πόλεμος, ο πόλεμος τελείωσε κι είν’ το πεδίο της μάχης πια ελεύθερο)
Μέχρι ν’ αρχίσουν από τώρα και στο εξής παιάνες θριάμβου και προόδου εμβατήρια
Για να ενθαρρύνουν, ω Μητέρα, τις προσδοκίες της απέραντης καρδιάς σου.

Βάρδοι της μεγάλης Ιδέας και των ειρηνικών ανακαλύψεων βάρδοι! (γιατί ο πόλεμος, ο πόλεμος τελείωσε),
Αλλά και βάρδοι των αδρανών στρατιών, γιατί ένα εκατομμύριο στρατιώτες περιμένουν πάντα ετοιμοπόλεμοι,
Βάρδοι με τα τραγούδια σας που βγαίνουνε σαν μέσα από αναμμένα κάρβουνα ή απ’ τα διχαλωτά κλαδιά της αστραπής,
Και βάρδοι του απέραντου Οχάιο, του Καναδά, της Καλιφόρνιας, βάρδοι της ενδοχώρας – και βάρδοι του πολέμου!
Εγώ με τη γοητεία μου εσάς, εσάς καλώ.

ΠΗΓΗ: Πλανόδιον, τεύχος 9, Μάρτιος 1989

Επίμετρο: Ο Walt Whitman, γεννήθηκε στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης το 1819. Σημαντικότερο έργο του, η συλλογή Φύλλα Χλόης (Leaves of Grass). Δάσκαλος, μαραγκός, συντάκτης εφημερίδων, ο Whitman, επιχείρησε να τραγουδήσει τον κόσμο χωρίς μέτρα και ομοιοκαταληξίες και τελικά τα κατάφερε. Στον «Κάλαμο» και στα «Παιδιά του Αδάμ», υμνεί τόσο το γυναικείο όσο και το ανδρικό σώμα. Απόγονος των Ινδιάνων,  ένας καθαρόαιμος βάρδος, παρέδωσε τη σκυτάλη του στον άλλο μεγάλο Αμερικανό ποιητή, τον Allen Ginsberg. Πέθανε το 1892, στο Νιου Τζέρσι. Στον τάφο του (που ο ίδιος σχεδίασε) αναγράφεται απόσπασμα από ένα ποίημά του:

My foothold is tenon’d and mortis’d in
granite;
I laugh at what you call dissolution;
And I know the amplitude of time.

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Walt Whitman

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: