Θ. Δ. Τυπάλδος | Για τον Lorca

Αν η ποιητική τέχνη ξεκόψει από τη ζωή, θα πάψει ευθύς να είναι τέχνη. Ο Λόρκα πήγε μπροστά… Άνοιξε πρώτος δρόμους δύσβατους, δρόμους που οδηγούν σε ιδιωτικούς Γολγοθάδες, που όμως όλοι οι αληθινοί ποιητές, υποχρεούνται να τους περπατήσουν με όποιο κόστος κι αν θα καταβάλουν, με όποιον πόνο κι αν θα χρεωθούν. Η ποίηση – ναι- δεν είναι ψυχοθεραπεία – η ποίηση είναι βασανιστήριο, είναι καρτέρι θανάτου που γνώμονα όμως έχει, το μεγαλείο της ζωής!

«Η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε: η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε», θα γράψει ο Νίκος Εγγονόπουλος στο «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε» και θα έχει απόλυτο δίκιο. Ο ποιητής θα βγάζει πάντα στο φως την αλήθεια του, ακόμη κι όταν γνωρίζει a priori πως το φως αυτό θα τον οδηγήσει στο σκοτάδι. Η φωνή του ποιητή, η αηδονολαλιά του, μία όαση μες ‘την έρημο, αστείρευτη έμπνευση στους όποιους «σακάτικους καιρούς», κι ο Λόρκα, ένα αηδόνι της Ανδαλουσίας, πάνω και πέρα από τον καιρό του και τον καιρό μας. Βέβαια, θα ομολογήσω πως δεν γνωρίζω ποια ακριβώς θα ήταν η στάση μας σήμερα απέναντί του αν κι εφόσον δεν είχε υπάρξει η επαίσχυντη πράξη της δολοφονίας, όσον αφορά την κοινωνικοπολιτική πλευρά του ίδιου και του έργου του, όσον όμως αφορά την ποιητική του φόρμα, δεν υπάρχει απολύτως κανένας ενδοιασμός, καμία αμφιβολία πως θα έστεκε πάντα μεγαλειώδης, απροσπέλαστη κι αυτό έγκειται στην παραδοχή όλων όσων αγαπούν την ποιητική τέχνη, πως τα γραπτά του (ποιητικά ή και πρόζα για να μη λησμονούμε και την μεγάλη του υπηρεσία στη τέχνη του θεάτρου), ξεπερνούν με απαράμιλλο τρόπο τα χωροχρονικά δεσμά: εκπορεύονται από την Ισπανία του 1927 κι εκβάλουν στο παγκόσμιο στερέωμα ανεξαρτήτως εποχής, ανεξαρτήτως γλώσσας, ηθών και παραδόσεων. Είναι ο απόλυτος οικουμενικός ποιητής κι είναι ο αδιαμφισβήτητος Ισπανός ποιητής, είναι τόσο οικουμενικά Ισπανός και τόσο Ισπανός μέσα στην οικουμενικότητά του.

«Αν μπορούσα να κλάψω από φόβο σ’ ένα έρημο σπίτι, αν μπορούσα να βγάλω τα μάτια μου να τα καταπιώ, θα το ‘κανα για τη φωνή σου – πένθιμη πορτοκαλιά και για την ποίησή σου που βγαίνει ωσάν κραυγές», θα γράψει στο πρώτο τετράστιχο της «Ωδής στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» ο Πάμπλο Νερούντα. Μία σπαρακτική  (γεμάτη ακατάληπτους, μα πλημμυρισμένους από λυρική οργή από το άκουσμα των νέων περί της δολοφονίας στίχους) ωδή η οποία σηματοδοτεί με τον πιο εύστοχο τρόπο και τόνο αυτή ακριβώς την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα που θα χαρακτήριζε από εκείνη την ώρα και για πάντα το πρόσωπο του Λόρκα – όχι την ποιητική του αξία η οποία ήταν από καιρό αδιαπραγμάτευτη και ξέχωρη την ιδεατή πλευρά που θα μετουσιωνόταν ο Λόρκα. Σε αυτό το πρώτο τετράστιχο, δε χρειάζεται και πολύ μεγάλη δυσκολία να καταλάβει κανείς πως η λέξη κλειδί δεν είναι άλλη από τη λέξη «πορτοκάλι». Αυτές οι πορτοκαλιές στον κήπο του πατρικού σπιτιού τού Λόρκα, έχουν διανθίσει και τους στίχους μα και την ιδιοσυγκρασία τού ποιητή, τους έχουν διανθίσει με τέτοιον τρόπο που μπορεί ο αναγνώστης να μυρίσει τις ευωδιές τους, να αγγίξει τους κορμούς τους.

«Αν φύγω απ’ τη ζωή,
το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό.
Τρώει τα πορτοκάλια το παιδί,
κι απ’ το παραθύρι το κοιτώ.
Τα στάχια ο θεριστής θερίζει,
κι’ από το παραθύρι τα κοιτώ.
Αν φύγω απ’ τη ζωή,
το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό
».

Πορτοκαλεώνες το βίωμα – πορτοκάλια το επιθυμητό κι όλα τριγύρω εικόνες λουσμένες από φως και έρωτα. Εικόνες λουσμένες όμως κι από θάνατο, αναπόσπαστο στοιχείο και της ποίησης μα και της ζωής. Το πιο γνωστό κι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο ποίημα του μεγάλου Φεντερίκο, είναι γραμμένο για τον θάνατο του ταυρομάχου Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, και μιλώ φυσικά για «το Λάβωμα κι ο Θάνατος», από τον «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας».  Ένα ποίημα γεμάτο απ’ το αίμα του νεκρού εραστή, μα κι απ’ τον πόνο του ζωντανού. Ποίημα όπου οι εναλλαγές των συναισθημάτων, είναι τόσο γρήγορες, τόσο δυνατά κατακλυσμιαίες. Ο μεγάλος πόνος του ποιητή, δημιουργεί έναν παροξυσμό, μία έξαρση ερωτογενή μα πάνω απ’ όλα, ανθρώπινη, τόσο ανθρώπινη που καταφέρνει να ξεπερνά το ανθρώπινο στοιχείο. Είναι αυτή η αναγνώριση του αναπόφευκτου που καταφέρνει όμως να δράσει απ’ την ακριβώς αντίθετη πλευρά, καταφέρνει να υπερβεί ο ποιητής το φάσμα του αναπόφευκτου, έτσι ώστε να γίνει εφικτό το ανέφικτο. Δίνεται ζωή στον νεκρό κι ο νεκρός, ανταποκρίνεται στα καλέσματα του έμβιου.

«Στις πέντε το απόγιομα.
Ήταν στις πέντε ακριβώς τ’ απόγιομα.
Έφερ’ ένα παιδί τα’ άσπρο σεντόνι
στις πέντε το απόγιομα.
Μια κόφα με λιωμένο ασβέστι
στις πέντε το απόγιομα.
Τ’ άλλα όλα ήτανε θάνατος, θάνατος και μόνο
στις  πέντε το απόγιομα
».

Κι είναι ένας επαναστάτης σε όλα τα επίπεδα ο Λόρκα. Είναι επαναστάτης πέρα από τις λέξεις, πέρα από τον τόπο και τον χρόνο. Στέκεται άσβηστος φάρος, με τον έρωτα, το χαμόγελο, την τέχνη του, πάνω απ’ τα κύματα που τον χτυπούν και τις καταιγίδες που επιδιώκουν να τον καταρρίψουν. Στ’ όνομα του Λόρκα, οφείλει η μούσα να υποκλιθεί, καθώς κι όλοι οι ποιητές, οφείλουν να κατέβουν απ’ τον Παρνασσό και να ακολουθήσουν τα βήματά του, δηλαδή να σταθούν δίπλα στους αδικημένους και τους καταραμένους, να βροντοφωνάζουν την αλήθεια τους αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις συνέπειες που θα τους ακολουθήσουν, να θυμούνται τον λόγο του, γιατί, όντως αν ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης, δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο παρά ένα ανδρείκελο, μία απομίμηση ανθρώπου.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Θ. Δ. Τυπάλδος | Για τον Lorca

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: