Σοφία Ζήση | ΙΙ ποιήματα

(I)
Έλα να παίξουμε αγωνία, εικοσιμία και στριπ πόκερ
πόσο σε ξέρω και με ξέρεις να μετρηθούμε με βρισιές
μα μην ελπίζεις πως η φάρσα θα εξελιχθεί σε τραγωδία
με θαυμασμού επιφωνήματα να συγκαλύπτουν τις κραυγές.
Και τον λαιμό σου θα τον κόβει γοητευμένη μια γραβάτα
θα σε ρωτώ πώς, στη ζωή σου, έμαθες και σωστά τη δένεις
κάποια γυναίκα σε κάποιο δώμα σε κλείδωσε για να σου δείξει
πώς να στριμώχνεις ψηλά τον κόμπο
πώς να μην πνίγεσαι με τη θηλιά
για να ‘σαι ο μόνος που μ’ αρέσει, άντρας με σταυρωτό κοστούμι
που αντί ν’ αγριέψει έχει το βλέμμα συγκεντρωμένο κάπου μακριά.

Και θα σου γράφω ποίηση μεγάλη, σε περιθώρια ζωών μικρών
που θα ‘ναι κάρτες σημαδεμένες, απ’ τις ανάγκες σου κι απ’ τον καιρό,
κι όσο χοντραίνει το παιχνίδι, τόσο θα θέλεις να ρισκάρεις
και ας το ξέρεις πως χέρι έχω το πιο καλό, και σε κερδίζω
μα εγώ θα χάνω ηθελημένα, για να μαζεύεις εσύ τα πλούτη
και ν’ αποδείξω πως ευτυχία είναι τα πλούτη κι όχι η αγάπη
όσο πεθαίνοντας θα σου γεμίζω ακόμα τις τσέπες με όλα τα κέρδη
και θα υπογράφω επιταγές ακάλυπτες πως σ’ αγαπώ.


(II)
Όσα σε περιγράφουν θέλω να τα ξέρω όλα
ποια μέρα ήτανε του εξήντα τρία, που από το τίποτα βγήκες μωρό
ποιος να σε μεγαλώσει είχε την ιδέα, σε ποια αδέρφια σε παράδωσε αδερφό
πώς του παππού η αρρυθμία έσβησε τ’ όνομα που θα σου δίναν
και από Νίκο, που προτιμούσαν, σ’ είπανε Λάζαρο
– να τον εγκαταλείψουνε εφόσον πέθαινε δεν το μπορούσαν –
πώς απ’ αθώο παιδί κι αδέξιο, έμαθες πώς να καμώνεσαι τον αυστηρό
πώς την ελέγανε την Κατερίνα που σου είπε πρώτη φορά πως είσαι ωραίος
πώς βρέθηκε στο κοίταγμά σου η ξιπασιά ν’ ανακατεύεται με του θαυμασμού το δέος
γιατί άφησες τόσες γυναίκες που σε θέλαν και πήρες το κορίτσι του ταύρου
σε ποια πληγή σου ‘βαλε αλάτι, για να σ’ ανακουφίσει με αρώματα και γιατρικά κατόπιν
γιατί αυτή κι όχι μιαν άλλη εν’ ολίγοις
ή μη δεν ήτανε αυτή μονάχα, αλλά και άλλη, κι άλλη, κι άλλη
όπως με τη Λουλού στη Σαλονίκη, που έχει βγει σπερμολογία
πως του έρωτα το γαϊτανάκι δεν ήταν πρόβα, αλλά το κλώθατε στ’ αλήθεια
και πάνω εκεί στο γύρω γύρω
σε έπεισε πως είναι αντάξια του έρωτά σου του ψηλομύτη
και σε μικρόφωνο σταθήκατε, το δίπλα δίπλα ηχογραφώντας
κι όταν σου είπε ότι τα λες, φούσκωσες από περηφάνια και κόκκινος εχρωματίσθεις
κι ότι τα λέει της αποκρίθεις, κι εκείνο το βράδυ πλάι της ‘κοιμήθεις.

Μ’ αυτά τα λίγα όμως προτρέχω, είναι πριν κι άλλες ιστορίες
πώς τις καμπύλες της κιθάρας άφησες για του σιληνού τον θύρσο
τι είπε για σένα ο πατέρας, όταν σ’ αντίκρυσε θεατής σου
– κοίτα τον γιο μου, σπουδαίο τον λένε – προτού στον τάφο κι αυτός να πάει
και να σ’ αφήσει να πετύχεις την οικογένεια που ονειρευόσουν
με σπιτικό και θυγατέρα, και το κορίτσι που για κυρία σου ορεγόσουν.
Mα τι δουλειά έχεις μ’ εκείνη είναι για όλους μας μυστήριο
εσύ σφιχτός κι ωραίος σαν άτι, αυτή πουρέ και αφρολέξ γεμάτη
άντρας εσύ μόνο απ’ τους άντρες, αυτή γυναίκα μα με γυναίκα να μην μοιάζει
αυτή ένα πράγμα που το μπερδεύουν, εσύ ένα θαύμα που το ζηλεύουν
και θα το ξέρεις για τους ωραίους τι λεν που αταίριαστο ταίρι διαλέγουν
πως σύμπλεγμα έχουν του ανωτέρου
με προδοσίες και με ξεσπάσματα της ζήλιας, τον έρωτά τους να μην παιδεύουν
μα το τομάρι μου στη φωτιά το βάζω, με την ψυχή σου αυτό το σύμπλεγμα δεν ταιριάζω
μα συνεχίζω όταν σας βλέπω ν’ αναρωτιέμαι
αν στο κρεβάτι σου από ηδονή βρυχάσαι, ή αν είναι μόνο ένα μέρος για να κοιμάσαι.

Εδώ πώς έφτασες θέλω να μάθω, και πώς θα φύγεις θέλω να ορίσω
για να μην φύγεις πριν σε γνωρίσω, και πριν γνωρίσεις τον έρωτά μου
έχω γητειές για να σε κάνω να ξεχάσεις τον πρότερο βίο
και τη μανία που μου μετέδωσε η ομορφιά σου, μανίας δώρο να σου γυρίσω
να μην το θέλεις να σταματήσω, να δεις πώς ανεπαίσθητα μπορώ να σε κεντρήσω
για να τον μάθω επιτέλους της γέννησής σου τον Ωροσκόπο
του μέλλοντός σου τον νέο χάρτη να καταστρώσω
εδώ ο Ήλιος σου στην Λίλιθ μου πάνω, εδώ ο Κρόνος στο Μεσουράνημα
ο Χείρωνας και η Αφροδίτη να ‘ναι επιτέλους ζευγαρωμένοι
για να κοιτάνε όσο πονάνε ο ένας τον άλλον
και να το ξέρεις πως σε ησυχία ούτε στον τάφο δεν θα σ’ αφήσω
απ’ την επαίσχυντη βόλεψή σου θα σε χωρίσω.

Πρώτη δημοσίευση στο εξιτήριον

Artwork: © Ernst Ludwig KirchnerArtwort (1880-1938) | Lovers (1909) @  Brücke Museum, Berlin, Germany 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Σοφία Ζήση | ΙΙ ποιήματα

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: