Ο Θεοδόσης Τζιαφέτας προσεγγίζει τον Χρήστο Μπράβο στο ορεινό καταφύγιο

Θεοδόσης Ν. Τζιαφέτας: Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό | Προσέγγιση στο ορεινό καταφύγιο του Χρήστου Μπράβου | ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Κ. & Μ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ (Θεσσαλονίκη, 2020)

Η μνήμη στο έργο του Μπράβου είναι το κυρίαρχο στοιχείο: ιστορίες, μύθοι, παράδοση, δημοτικοί στίχοι, κυρίως από τον γενέθλιο τόπο. «Φωτογραφίζει ἀπό μνήμης τούς ἀπόντες»[1]. Κάποιες φορές πιστεύει ότι είναι τόσο δυνατό το συναισθηματικό δέσιμο με τις ρίζες, ώστε θεωρεί αδύνατη την απομάκρυνση από αυτές: «κι ἄν φύγεις ὅλο πίσω θά γυρνᾶς/ στά μαυρολίθαρα δεμένος ἀπελάτης».[2] Η μνήμη στον Μπράβο μοιάζει με το βαρύ παλτό, πανωφόρι που το κουβαλάει ο ποιητής για να αντέξει την έκθεση στην παγωνιά του θανάτου, που απλώνεται από το πρόσφατο παρελθόν μέχρι το παρόν. Κουβαλάει τους νεκρούς σαν τις πολύτιμες πέτρες, για να μη χάσουν την αξία τους σε «μῆκος χρόνου». Ο Εμφύλιος, ως σκέψη, κυριαρχεί άμεσα ή έμμεσα, πουθενά, όμως, αυτός ο πόλεμος δεν αναφέρεται ονομαστικά, μόνο νύξεις και υπαινιγμοί, τα πρόσωπα, τα γεγονότα, οι τόποι, πέρα από την αναφορά στον γενέθλιο τόπο, τη Δεσκάτη και τον Αλιάκμονα, είναι ακαθόριστα και γενικά. Δεν ονοματίζονται πρωταγωνιστές: «οἱ ἄλλοι» και «οἱ ἀπόντες», «οἱ λυπημένοι», «οἱ παράνομοι», «κομμένα κεφάλια», «ματωμένες γυναῖκες» κ. ά. Οι ήρωές του ανώνυμοι, εκτός από τον Θωμά Γκαντάρα, θύτες και θύματα πιέζονται και συνθλίβονται στις συμπληγάδες του Εμφυλίου, υποκύπτοντας στην ίδια τραγική αναγκαιότητα. Η ποίηση του Μπράβου χαρακτηρίζεται από πολλούς σκοτεινή. Άλλωστε γενικά η ποίηση είναι σκοτεινή, γιατί είναι πολύσημη, αφού στους στίχους του ο ποιητής εναποθέτει πάνω από μία σημασία τόσο στα νοήματα, όσο και στον τρόπο μορφικής έκφρασής τους, είναι προσωπική δημιουργία, έργο τέχνης, γι’ αυτό και η ερμηνεία είναι προσωπική. Μεγάλος ποιητής, όμως, είναι εκείνος, που μέσα από το προσωπικό καλύπτει το γενικό και το διαχρονικό κι αυτό γίνεται στο ποιητικό έργο του Μπράβου. Ακόμα και στα ποιήματα της συλλογής, που έχουν προσωπικό χαρακτήρα, δε λειτουργεί το υποκείμενο ατομικά, αλλά αφορά στον καθένα, στην κοινότητα, στη συλλογική συνείδηση. Ίσως η κάποια δυσκολία υφίσταται λόγω του φιλοσοφικού του χαρακτήρα, της μαθηματικής σκέψης, των επιδράσεων από τη ζωή στην επαρχία και την ντόπια παράδοση, που δεν είναι για όλους κατανοητή, αλλά αυτή η ίδια σκέψη, όμως, συντελεί στη θαυμαστή ορθολογιστική δομή και στην αρχιτεκτονική οργάνωση των ποιημάτων του. Πρόκειται για μια ποίηση στιβαρή, δωρική, που θυμίζει κάτι από τον αρχαίο πυρρίχιο και καταλήγει σε λεβέντικο τσάμικο με τα σπασίματα του αγέρωχου κλαρίνου ή σε νουμπέτι[3], συνοδεύοντας τα μοιρολόγια των μαυροφόρων γυναικών. Ο θάνατος, οι μαυροφόρες γυναίκες, το μαύρο και το κόκκινο, το αίμα, η επικοινωνία με τον κάτω κόσμο, τα φαντάσματα, τα εφιαλτικά τοπία είναι από τα συχνότερα θέματα στην ποίησή του. Ο υπερρεαλισμός, η εικονοποιία με τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία, η πίστη και η εμμονή στην παράδοση του γενέθλιου τόπου και στο δημοτικό τραγούδι, το συνταίριασμα του μοντέρνου στοιχείου με το δημοτικό και «μέ τά μοτίβα καί τούς ρυθμούς μιᾶς χερσαίας καί ὀρεσίβιας ποιητικῆς»[4] αποτελούν τα βασικά στοιχεία και το πρόπλασμα, που θα θρέψουν την πρωτοτυπία στην ποίηση του Μπράβου, προβάλλοντας μια διαφορετική νέα φωνή. Το παράλογο, το εφιαλτικό, πολλές φορές, το υπερφυσικό ή το αφύσικο δημιουργούν συνήθως μια ζοφερή ποιητική πραγματικότητα που υπερβαίνει την παραδεδεγμένη, βιωμένη, όμως, μόνο στη μνήμη. Η ποιητική εικόνα συντίθεται στη φαντασία του ποιητή με πινελιές του μαύρου και του κόκκινου στηριγμένη στις ιστορίες των μεγαλύτερων οικείων τού γενέθλιου τόπου, με επίκεντρο τον εμφύλιο σπαραγμό και τον απόηχο, γι’ αυτό το δεσπόζον θέμα στην ποίησή του, κατά τον Μισέλ Φάις, είναι ο θάνατος.[5] Η συνειρμική λειτουργία της μνήμης, το συνταίριασμα του υπερρεαλισμού με τη μεταφυσική, με το άλογο, ο συμβολισμός, χτίζουν μαστορικά εικόνες, που μπορεί κάποτε να είναι αποσπασματικές, θραύσματα, τρομακτικές, άγριες, ματωμένες, με σαχτουρική ένταση, ισχυρές αντιθέσεις, συντελούν, όμως, παραστατικά στην εξέλιξη του μύθου μέσα στο ποίημα, στην αφηγηματική προοπτική, στη λύση, όπως συμβαίνει στις Παραλογές, που αποτελούν αστείρευτη πηγή και βασικό υλικό της ποίησής του. Η απροσδιοριστία του τόπου, του χρόνου, των προσώπων μπορεί να συντελέσει, ώστε να αρθούν τα γεγονότα και τα πρόσωπα πέρα και έξω από την ιστορία, να γίνουν θρύλοι, μύθοι, όπως ο ληστής Γκαντάρας, «ο άγγελος με τα δόντια στο μαχαίρι». Κατά μια άποψη, ποίημα χωρίς εικόνες είναι σώμα χωρίς ψυχή. Οι εικόνες του Μπράβου διακρίνονται για τη σκληράδα της φύσης του γενέθλιου τόπου, την τραχύτητα των βουνών, την αγριάδα των αγριμιών και των κατοικίδιων, την παγωμάρα του αίματος και του θανάτου, τη φρίκη και τον τρόμο μιας αιματοβαμμένης μνήμης, κυρίως του Εμφυλίου. Έχουν, όμως, οι εικόνες τον διάκοσμο της παράδοσης και οι στίχοι τον ρυθμό, το παραμυθιακό στοιχείο της παραλογής, το μέτρο του δημοτικού τραγουδιού διάσπαρτο, συνδυασμένα όλα αυτά με τον υπερρεαλισμό.

Πέταλα δίχως ἄλογα˙ καί στάχτη.
Ἀλλοῦ καλπάζουν τώρα οἱ λυπημένοι.
Τ’ ἀνέμου οἱ μαῦρες κάπες. Τοῦ καπνοῦ.

Κ’ εἶν’ ἀπό μισοφέγγαρο τά πέταλα τοῦ ἀλόγου.
«Στά ὀρεινά τοῦ ’50», Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα.

Οι στίχοι του Μπράβου μας διαλύουν και μας επανασυναρμολογούν μέσα στον χώρο, στον χρόνο, πριν τον θάνατο, μετά τον θάνατο, στη σχέση ζωντανών με τους νεκρούς. Μπορεί να στάζουν αίμα, αποτελούν, όμως, θυμίαμα και μνήμη για τους νεκρούς, όπως τα κεριά στις εκκλησιές λιώνοντας από τη σεπτή φλόγα. Τα φυσικά στοιχεία αποκτούν εσωτερικότητα, χάνουν τον νατουραλιστικό τους χαρακτήρα, συμμετέχουν, γίνονται εχθροί, τιμωροί: Η φύση γίνεται ο τιμητής του ενοχικού βάρους και βαρύς πέλεκυς της δικαιοσύνης, όταν έλθει ο χρόνος απόδοσης ευθυνών:

Θά μπεῖ στόν ἥσυχο ὕπνο
ἄγρια μύγα
στ’ ἀθώου τή μηλιά θ’ ἀνθίσει φίδι.
Θά βγεῖ κριάρι μαῦρο.
Θ’ ἀνεβαίνει σκάλες πού τρέμουν
πόρτες θά γκρεμίζει.
Δέν θά ’ναι ὄνειρο κακό-
Αἷμα θά εἶναι κι ἄντερα χυμένα
καί δίκαιο κριάρι τρομερό.
«Τό Κριάρι», Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα.
Χιόνι σεντόνι τρυφερό γιά τοῦ φιδιοῦ τόν ὕπνο.
Χιόνι καί πένθιμο σκυλί βραχνός προφήτης.
Μέ νύχια παγωμένα ὁ λύκος κρύβεται.[…]
Ὁ κυνηγός στό πέρασμα τό σπίρτο πίνει.
 Τόν λύκο, πού ἐχύμηξε πίσω του, δέν τόν βλέπει.

– «Ἥμερος Ὕπνος», Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα. Κείμενα, 1985, σ. 32.

Τα ποιήματα του Μπράβου είναι σύντομα, ο στίχος ελεύθερος, έμμετρος, ρωμαλέος, με ένταση και ρυθμό, πρωτότυπες ομοιοκαταληξίες, σπάνια καταλήγει πεζόμορφος, όπως στο ποίημα «Ανατολή», (Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα). Η αγάπη προς το δημοτικό τραγούδι και την παραλογή θα ήταν παράλογο να μην επηρεάσει τη θεματολογία και το μέτρο της ποίησής του. Η βιωματική του σχέση με την παράδοση, το δημοτικό τραγούδι, όπως ο ίδιος ομολογεί στο «βιογραφικό του σημείωμα», είναι αναπόσπαστο στοιχείο του έργου του. Ο στίχος με ιαμβικό μέτρο, με ποικίλες μορφές, η λιτότητα στην έκφραση, η αφαίρεση, η άμεση αναφορά στην ουσία των γεγονότων, χωρίς λεπτομερείς αφηγήσεις, η συμπύκνωση, η απουσία επιθέτων, η απροσδιοριστία του χρόνου είναι κοινά στοιχεία της ποίησής του και του δημοτικού τραγουδιού. Ο εθνικός στίχος, ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, υπάρχει κατά βάση είτε ατόφιος είτε σε κάποιες άλλες ιδιότυπες μετρικές μορφές, δίστιχο με (8+7) συλλαβές ανά στίχο, που συνεκφερόμενοι αποτελούν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, «γιατί ο Μπράβος εκφράζει μέσα από την παλιά φόρμα τη σύγχρονη ευαισθησία με καινοφανείς τρόπους».[6] Η μίξη των δημοτικών τρόπων με τον υπερρεαλισμό, με τη μεταϋπερρεαλιστική εκδοχή, τον μοντερνισμό και τον εξπρεσιονισμό με κύρια στοιχεία τη φαντασία, τις εφιαλτικές εικόνες, τα συναισθήματα, τα οράματα, τη δραματικότητα, την αποσπασματικότητα των εικόνων, το παράλογο, τη λειτουργία της μνήμης και της εσωστρέφειας, της εσωστρεφούς αναζήτησης του ανθρώπου, είναι βασικά χαρακτηριστικά του έργου του. Υπάρχει μια δωρική λιτότητα στην έκφραση υπέρ της εικόνας, με γλωσσικά ιδιώματα από την επαρχία, αφού έτσι επιδιώκεται η σύνδεση με την παράδοση και τον γενέθλιο τόπο. Ο ποιητής μετά από μέτρηση και υπολογισμό προσαρμόζει τις λέξεις στο γλωσσικό περιβάλλον, όπως ο μαρμαροτεχνίτης το μάρμαρο στους ανάλογους αρμούς. Η έννοια της μεσότητας και του μέτρου συγκρατεί και ελέγχει την επιτύμβια ρητορική του. Ούτε άκρατος λυρισμός ούτε μελοδραματικές ρητορικές εξάρσεις ούτε κραυγές και οιμωγές. Οι ήχοι και οι φωνές των αγριμιών, τα άλογα, ο λύκος, ακόμα και τα άψυχα, ο φράχτης, τα καρφιά, το πλακόστρωτο αποτελούν σύμβολα που, όπως σε κάθε ποιητή, πρέπει να αποκωδικοποιηθούν, για να προσεγγίσουμε την ποίησή του. Λέξεις από το γλωσσικό ιδίωμα της γενέτειρας, ίσως δυσκολεύουν, τον αναγνώστη, δίνουν, όμως, το τοπικό χρώμα και τη ζωή μιας αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας: Λυτές βραδιές, δοκάνια, κάμα, μπάλες άχυρο, οι σφήκες ονομάζονται ταβάνια, φράχτης, σιγανά περπάτα νύφη (τοπικό τραγούδι), ρουγάζια, σκούτινα, ζουρνάς κ.ά. Η ιδιότυπη γραφή του Μπράβου αποδίδει τη σκέψη του. Η ιδιόλεκτος που χρησιμοποιεί ζωντανεύει το πάθος του. Η εμμονή στη γλώσσα του γενέθλιου τόπου, της υπαίθρου, της ενδοχώρας και η περιορισμένη αναφορά στο αστικό περιβάλλον, «ὁ τσιμεντένιος βρόχος που σέ πνίγει/ εἶναι τοῦ δολοφόνου ὁ λαιμοδέτης»,[7] τον κατατάσσουν στους ποιητές «της υπαίθρου», στους αιρετικούς, στους «φάλτσους» της γενιάς του ’70, στους ποιητές της ενδοχώρας. Ο χρόνος στην ποίηση του Μπράβου μοιάζει με αιώρα ή εκκρεμές. Μπορεί να μας πάει και να μας φέρει με την ίδια ευκολία από την πραγματική διάσταση στην «άλλη διάσταση», τη μεταφυσική, την υπερβατική, από το παρελθόν, «την πίσω πλαγιά» στο παρόν, στο μέλλον, από τη νύχτα στη μέρα, στον αιώνα. Μπορεί να συστέλλεται, να διαστέλλεται, να επιμηκύνεται, να εγκιβωτίζεται, να φεύγει από το κανονικό μέτρο και να μετριέται με… Ψυχοσάββατα:

Ὅμως μεσάνυχτα ἀκούονται /οἱ πόνοι …Τ’ ἄλλο πρωΐ οἱ μαστόροι ( Ι, ὀρεινό καταφύγιο). Φαντάροι τῆς ὑποχώρησης (Ἀλβανικό Μέτωπο) …στόν ὕπνο τοῦ Γκαντάρα …στά χρόνια μας …οἱ τόποι σέ κονσέρβα. («ΙΙΙ, ἡ κίνηση», ὀρεινό καταφύγιο).

Ὁ χρόνος μετριέται μέ Ψυχοσάββατα («Γενέθλιος τόπος», ὀρεινό καταφύγιο).

Σφαῖρες πέφτουν/στην πίσω πλαγιά/του χρόνου («Εμφύλιος λῶρος», ὀρεινό καταφύγιο).

Θα εἶναι νύχτα …θα σκάβεις στον αἰῶνα …ὅλο πίσω θα γυρνᾶς («Μῆκος χρόνου», ὀρεινό καταφύγιο).

Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Μπράβου, ὀρεινό καταφύγιο, αποτελεί την πρώτη πράξη του δράματος, της παραλογής (η δεύτερη πράξη είναι η επόμενη συλλογή του, Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα), με πρωταγωνιστή την ίδια την πατρίδα σε μια δύσκολη περίοδο, την οποία ο ποιητής επαναδομεί με πέτρα κι ασβέστη, άλλοτε με υλικά από τα συρτάρια της μνήμης, άλλοτε βιωματικά κι άλλοτε με ευθύβολες ποιητικές αιχμές. Ο ίδιος περιγράφοντας λιτά και περιεκτικά την κατάσταση, προσδιορίζει την προσπάθεια αυτή: «Ἡ μεταπολεμική φθορά ψυχῶν καί ὀνείρων, τό γονάτισμα τόπων και ἀνθρώπων, ἡ προδομένη ἀνάταση καί συνακόλουθα ἡ χαμένη ἀνάσταση …Ἡ ἐποχή ἐπαναδομεῖται. Δέν ἀναζητοῦμε τό ἴχνος της˙ ἀντικρίζουμε τό πέλμα της. Τό δράμα της ἀναβιώνει γιά νά παρασταθεῖ ἀπό τήν ἀρχή».42 Περισσότερα στοιχεία της ποίησής του θα φανούν στη συνέχεια κατά την προσέγγιση των ποιημάτων της συγκεκριμένης συλλογής (ὀρεινό καταφύγιο).


[1] Χρῆστος Μπράβος, «Ἀναστάσιμο», Ὀρεινό καταφύγιο.
[2] Μπράβος, «Μῆκος χρόνου», Ὀρεινό καταφύγιο.
[3] Θρηνητικό τραγούδι, μοιρολόι.
[4] Χρῆστος Μπράβος, «Χρῆστος παρών…», πρόλογος Μ. Γκανᾶ, Μετά τά Μυθικά, Πατάκης, 1996.
[5] Χρ. Μπράβος, Μετά τά Μυθικά, ἐπίμετρο Μισέλ Φάις, εκδ. Πατάκη, Ἀθήνα, 1996, σ. 47.
[6] Θανάσης Μαρκόπουλος, «Χρῆστος Μπράβος, Τῶν λυπημένων», Νέα Εστία, τχ.1774, Ιανουάριος 2005, σελ. 82-91.
[7] Χρῆστος Μπράβος, «Τροχήλατος ἵππος», Ὀρεινό καταφύγιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: