Μαρία Πανουσιάδου | Η Ατραξιόν

Η Μυρσίνη, η ατραξιόν της γειτονιάς, βγήκε στην αγορά. Ολοστρόγγυλο, θεόρατο σώμα, λουλουδάτο αμάνικο φόρεμα, σαγιονάρες, σκασμένες φτέρνες, ένας κακοφτιαγμένος και γκρίζος κότσος, τρίχες να ξεπετάγονται από τα πόδια και τις μασχάλες, παλάμες γεμάτες μπογιές. Χώρια ο αχνιστός ιδρώτας. Κάθε μέρα την περίμεναν να εμφανιστεί χάριν του κουτσομπολιού. Η Μυρσίνη τους έσωζε. Έπιαναν αυτή στο στόμα τους κι έτσι τη γλύτωναν όλοι οι υπόλοιποι από τα κακόβουλα σχόλια.

― Σίχαμα αυτή γυναίκα, πώς κυκλοφορεί έτσι;
― Ε, δεν το λες και γυναίκα αυτό το πράμα!
― Φαντάσου σε τι κατάσταση θα ‘ναι το σπίτι της… Απαπα! Ούτε απ’ έξω δε θέλω να περάσω.

Όπως κάθε μέρα, έκανε πέρα τα περιφρονητικά βλέμματα με την ευκολία βετεράνου. Φιλίες δεν είχε με κανέναν. Κουβέντες αντάλλαζε μόνο με τους άντρες. Πρώτη στάση στο περίπτερο, για τσιγάρα. Ο περιπτεράς κρατούσε έξω απ’ το παραθυράκι τα πακέτα της -δυο ημερησίως- μη τύχει και τον παραπλησιάσει.

― Που ’σαι ρε Μυρσίνη, άργησες να φανείς σήμερα κι ανησύχησα.
― Σκούπισε τα δάκρυά σου ομορφιά μου κι ήρθα. Αφού ξέρεις, δεν μπορώ ούτε μέρα να μη σε δω, απάντησε με τη βραχνή φωνή της.

Άπλωσε το χέρι, έπιασε τα τσιγάρα κι άφησε μέσα απ’ τη χούφτα της να πέσουν τα κέρματα στο τάσι. Επόμενη στάση στο φούρνο να αγοράσει το καρβελάκι της και καθώς είχε ξεμείνει από σαλατικά, έφτασε και μέχρι τον μανάβη.

― Μανώλη, πώς στρίμωξες έτσι την πραμάτεια σου; Σε λίγο δε θα χωράω να μπω στο μαγαζί. Φαντάσου να ήμουν καμιά χοντρή!
― Μανάρι μου εσύ δεν έχεις ανάγκη, παντού χωράς.

Και πάλι στον δρόμο της επιστροφής. Με τις σακούλες στα χέρια να τραμπαλίζονται στο λίκνισμα του βαδίσματός της. Δυνατή σαν αμαζόνα, απέκρουσε τα υποτιμητικά βλέμματα κι αλώβητη έφτασε στην οικοδομή, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε μέσα στο διαμέρισμά της.

Ο νεαρός Παντελής παρακολουθούσε τη Μυρσίνη εδώ κι έξι μήνες. Το μπαλκόνι του έβλεπε στο δικό της. Μια σκοτεινή, αφρόντιστη πρασιά με ένα κακορίζικο δέντρο χώριζε τα σπίτια τους.  Κάθε βράδυ, έστεκε πίσω από την κουρτίνα, παρακαλώντας να έχει ξεχάσει και σήμερα η Μυρσίνη τις δικές της ανοιχτές.  Εκείνη δεν την ένοιαζε να κλείνει τις κουρτίνες, όπως δεν την ένοιαζαν τα βλέμματα των ανθρώπων στην αγορά. Έτσι ο Παντελής ήταν  ο μόνος που την έβλεπε  μ’ άλλα μάτια. Είχε μάθει κάθε σπιθαμή του δωματίου της απ’ έξω. Άστραφτε αυτό το δωμάτιο από καθαριότητα. Αριστερά απ’ τη μπαλκονόπορτα ήταν το κρεβάτι της, σιδερένιο από εκείνα με τους σομιέδες. Ο τοίχος ήταν στολισμένος μέχρι πάνω με πίνακες ζωγραφικής. Δεξιά ήταν μια βιβλιοθήκη και μπροστά το καλαθάκι που κοιμόταν η γάτα της. Στο βάθος είχε ένα τραπεζάκι με ένα μπεζ πορτατίφ και μια πολυθρόνα. Πίσω από την πολυθρόνα μισοφαινόταν ένας μάλλον ολόσωμος καθρέφτης, ένα καβαλέτο κι ένα γραφειάκι φορτωμένο με πινέλα, χρώματα και χαρτούρα. Ο Παντελής είχε μάθει απ’ έξω και τη βραδινή της ρουτίνα.  Στις έντεκα ακριβώς έβγαινε από το μπάνιο, άναβε το πορτατίφ, καθόταν στην άκρη του κρεβατιού κι έριχνε με χάρη την πετσέτα της στο κρεβάτι. Τα μακριά μαλλιά της έφταναν ως τη μέση της. Τα χτένιζε με αργές κινήσεις γέρνοντας το κεφάλι της μια αριστερά μια δεξιά κι οι καμπύλες της κοιλιάς της χόρευαν απαλά σαν αμμόλοφοι που τους μετακινεί το αεράκι. Τα στήθη της αφράτα, ακολουθούσαν το ρυθμό της ανάσας της. Οι μηροί της στιβαροί, ακίνητοι, συγκρατούσαν το υπόλοιπο σώμα ώσπου να τελειώσει ο χορός του χτενίσματος. Έπειτα έπαιρνε το νυχτικό της αλλά δεν το φορούσε αμέσως. Πήγαινε στον καθρέφτη και στεκόταν μπροστά στο είδωλό της για μερικά λεπτά. Αφού τελείωνε με το τελετουργικό, φόραγε το νυχτικό της, τα γυαλιά της πρεσβυωπίας, έπαιρνε ένα βιβλίο και καθόταν στην πολυθρόνα. Τότε η γάτα της ανέβαινε στην αγκαλιά της. Όση ώρα η Μυρσίνη διάβαζε, τη χάιδευε απαλά. Που και που, της έριχνε κανένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα. Στις δωδεκάμισι έβαζε το σελιδοδείκτη της με προσοχή ανάμεσα στις σελίδες, άφηνε το βιβλίο στο τραπεζάκι και τη γάτα στο πάτωμα, σηκωνόταν, έκλεινε τα παντζούρια κι έμενε ο Παντελής σύξυλος να παλεύει με την ταραχή του. Έξι μήνες τσιτσιρίζονταν στα βάθη του πόθου του γι’ αυτήν, μα δεν τολμούσε να την πλησιάσει. Δείλιαζε στη σκέψη ότι θα τον πιάσει η γειτονιά στο στόμα της.

Ένα βράδυ όμως, του ήρθαν τα πάνω κάτω. Δέκα η ώρα και τα παντζούρια της Μυρσίνης ήταν κλειστά. Άδικα περίμενε ο Παντελής. Πάλευε να δει ίχνος φωτός να δραπετεύει από τις γρίλιες, μα τίποτα. Μπήκε, βγήκε, τα νεύρα του πάνω απ’ το κεφάλι. Η μάνα του παραξενεύτηκε.

― Άιντε, με ζάλισες με τα πήγαινε-έλα, στάσου σε μια μεριά παιδί μου! Τι έπαθες απόψε;
― Ωχ! ρε μάνα, άσε με κι εσύ με τη γκρίνια σου!

Το επόμενο βράδυ το ίδιο. Και το μεθεπόμενο. Καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που έπρεπε να πάει στη δουλειά και πώς να ρωτήσει αν φάνηκε στην αγορά η Μυρσίνη; Τρωγόταν με τα ρούχα του και δεν τον χώραγε ο τόπος.

Ήρθε η Παρασκευή και τρόμαζε πώς θα βγάλει το Σαββατοκύριακο στερημένος την εικόνα της. Τον κυρίεψε απόγνωση. Το βράδυ του Σαββάτου τον βρήκε πάλι πίσω από την κουρτίνα. Η Μυρσίνη ήταν εκεί. Όπως πριν. Κάνοντας τα ίδια ακριβώς πράγματα. Κι εκείνος, διαλυμένος από τη προσμονή και τη ματαίωση των προηγούμενων ημερών, κατέρρευσε. Το σώμα του λύθηκε και σωριάστηκε στο πάτωμα. Η κουρτίνα του ανοιχτή, μα δεν τον ένοιαζε πια αν φαίνεται. Η Μυρσίνη δεν έδειξε να τον βλέπει, ωστόσο τελειώνοντας το διάβασμά της, άνοιξε διάπλατα την μπαλκονόπορτα και με τα χείλη της σχημάτισε μια λέξη. «Έλα». Ύστερα μπήκε μέσα, έσβησε το πορτατίφ και το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ο Παντελής πετάχτηκε επάνω, βγήκε βιαστικά από το σπίτι και χώθηκε στην πρασιά. Σε ένα λεπτό σκαρφάλωσε στο δέντρο, πάτησε στο κλαδί που ακουμπούσε στο μπαλκόνι της και πήδηξε μέσα. Ψηλαφώντας μπήκε στο δωμάτιο, όταν τα χέρια της Μυρσίνης έπιασαν το χέρι του και τον οδήγησαν στο κρεβάτι. Έμπειρα χέρια, απάλλαξαν γρήγορα τον Παντελή από τα ρούχα του. Δυο σώματα που κινούνταν σε διαφορετικούς ρυθμούς, πάλευαν ν’ αφουγκραστούν το ένα το άλλο για αρκετή ώρα, ώσπου χάθηκαν μέσα στο κύμα της ευγνωμοσύνης που ξεπήδησε απ’ το σώμα του Παντελή την ώρα που όλα τέλειωσαν. «Φύγε τώρα, αύριο πάλι άμα θέλεις», του είπε σπρώχνοντάς τον απαλά από πάνω της. Κι έτσι πέρασαν εβδομάδες. Ο Παντελής σκαρφάλωνε μέσα στα σκοτάδια στο μπαλκόνι και τα σκοτάδια έγιναν ο παράδεισός του. Όσο περνούσε ο καιρός, ήθελε να μένει παραπάνω, μα η Μυρσίνη δεν τον άφηνε.

― Τη μέρα που θα αποφασίσεις να μπεις από την πόρτα, να μείνεις καλέ μου, του έλεγε κάθε φορά που της το ζητούσε. Εγώ χάρες δεν κάνω σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό μου.

Θύμωνε ο Παντελής, αλλά δεν έπαιρνε απόφαση να μπει από την πόρτα. Δεν ήθελε με τίποτα να γίνει κι αυτός ατραξιόν της γειτονιάς δίπλα στη Μυρσίνη. Όσο και να επέμενε, εκείνη δεν έκανε πίσω. Κάποια στιγμή του έκοψε την κουβέντα.

― Εγώ ευχαριστημένη είμαι. Αν εσύ δεν είσαι, τότε απλά έλα από την πόρτα. Δε θα παριστάνουμε άλλο από αυτό που είμαστε.

Το επόμενο βράδυ, σκαρφαλώνοντας στο δέντρο, έσπασε το κλαδί κι ο Παντελής έπεσε. Χτύπησε το κεφάλι του κι απόμεινε εκεί. Η Μυρσίνη, που τον είδε να χάνεται μέσα απ’ τα χέρια της, έτρεξε στο τηλέφωνο και κάλεσε ασθενοφόρο. Ύστερα έκλεισε τα παντζούρια της και κάθισε σαν χαμένη στην άκρη του κρεβατιού. Άκουγε τη σειρήνα του ασθενοφόρου, τις φωνές των γειτόνων, τις κραυγές της μάνας του κι έκλαψε για τον έρμο τον Παντελή, που κατέληξε να γίνει ατραξιόν της γειτονιάς κάτω από το μπαλκόνι της Μυρσίνης αντί για δίπλα της.

ΠΗΓΗ: Συλλογή διακριθέντων διηγημάτων του 7ου Διεθνούς Διαγωνισμού (2017) του λογοτεχνικού περιοδικού eyelands «Παράξενοι έρωτες» από τις Εκδόσεις Παράξενες Μέρες.

Artwork: © Λεμπέσης Πολυχρόνης (1848-1913) | Γυμνό (1877)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: