Αλέξανδρος Βαναργιώτης | Ελευθερία

Σε ένα γυμνό τοπίο σε πλαγιά βρισκόταν το στρατόπεδο. Υπήρχε δάσος τετρακόσια μέτρα πιο πάνω. Στο κάτω μέρος του χανόταν η νότια σκοπιά, η πιο μακρινή του στρατοπέδου. Κατά τα άλλα, τα συνηθισμένα: Συρμάτινη περίφραξη, αποθήκες πυρομαχικών στην περίμετρο και οι θάλαμοι, ένας για κάθε ίλη. Ακόμα κι όταν χιόνιζε ο στρατώνας μεταμορφωνόταν σε μια ψυχρή λασπουριά.  Καμιά αισθητική δεν  εξέπεμπε, μόνον αθλιότητα. Λέγαν ότι εκεί όπου μέναμε παλιά ήταν χοιροστάσιο. Κι εμείς δεν νιώθαμε καλύτερα. Από τα χαράματα ως το βράδυ χωμένοι στις λάσπες, στη βρόμα και στα λάδια. Καθαρίζαμε, συντηρούσαμε άρματα μάχης και κάτι παλιά ρενεγκέιτ τζιπ από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τις εξόδους τις βλέπαμε με το κιάλι. Λίγα άτομα, πολλές υπηρεσίες. Τον χειμώνα δυο φορές χάλασε και ο θερμοσίφωνας και μείναμε μέρες άπλυτοι.

Στην ίλη μας ο διοικητής, αυταρχικός και περίεργος, πίστευε ότι οι άντρες μπορούσαν να τα αντέξουν όλα. Τιμωρούσε τους λοχίες αν διαμαρτύρονταν για κάτι. Μας πήγαινε στο βουνό, ενώ χιόνιζε, έστηνε έναν πίνακα και μας έκανε μάθημα για τα σήματα μορς και τη λειτουργία του ασυρμάτου, μέχρι που η ανάσα μας πάγωνε και πονούσε το στήθος μας. 

Με τον ερχομό της άνοιξης, άνθισαν τα ελάχιστα δέντρα του στρατοπέδου. Από το βουνό κατηφόριζε έντονη και αναζωογονητική η μυρωδιά των κωνοφόρων. Περάσαμε και μια εβδομάδα στο δάσος, σε άσκηση με ατομικές σκηνές. Ωραία ήταν. Το κρύο τσουχτερό μεν, αλλά τα σλίπιν μπαγκ του στρατού δεν το άφηναν να μας περονιάσει και περνούσαμε πολλές ώρες κουκουλωμένοι.

Λίγους μήνες μετρούσα πια για την απόλυση, ωστόσο ο εγκλωβισμός στο στρατόπεδο με τις ελάχιστες εξόδους στο διπλανό χωριό γινόταν πιο έντονα αισθητός μέσα στην ομορφιά της άνοιξης.  Καταπίεζα μέσα μου βαθιά το αίσθημα της ελευθερίας. Ώρες ώρες ήθελα να φωνάξω, να κλάψω, αλλά τα έπνιγα όλα πίσω από τα «διατάξτε» και τα «μάλιστα». Μπήκε η καινούρια ΕΣΣΟ, τους παλιότερους μας κατέβασαν από τις μακρινές σκοπιές στις πιο κεντρικές. Με έβαζαν συχνά στο διοικητήριο. Ανιαρή σκοπιά. Στις άδειες παλάσκες δεν μπορούσα πια να κρύψω το ραδιοφωνάκι μου με τα ακουστικά. Τις γέμιζα με μπισκότα και σοκολάτες για να περνά η ώρα.

Μια από τις συνηθισμένες ανιαρές μέρες, που ο χρόνος δεν κυλούσε με τίποτα, είδα στην απέναντι γωνία όπου στεγαζόταν το ΚΨΜ, ένα μικρό κανελί γατάκι. Λιαζόταν και χασμουριόταν μαχμουρλίδικα. Παράλληλα με κοίταζε με περιέργεια. Δοκίμασα να το πλησιάσω, αλλά φοβήθηκε και κρύφτηκε. Κάθε φορά που αναλάμβανα σκοπιά το έβλεπα όμως να τριγυρνά και να με κοιτά. Δεν είχα ιδέα από ζώα. Κάποτε ο πατέρας έφερε στο χωριό ένα μικρό σκυλάκι, αλλά το απόγευμα της ίδιας μέρας το πάτησε αυτοκίνητο. Το θάψαμε με τιμές, όλη η οικογένεια, μα δεν ξαναποκτήσαμε ζώο. Έχοντας ωστόσο την αλεπού του Σαιντ Εξυπερύ  στο νου μου και τις οδηγίες για την εξημέρωση, αποφάσισα να δοκιμάσω. Για την ακρίβεια άφησα το κανελί  γατάκι με τις άσπρες ρίγες και τα μαγικά πράσινα μάτια, που με καθήλωναν, να κάνει τα βήματα της εξημέρωσής μου γιατί εγώ έτσι άγαρμπος που ήμουν αποτύγχανα σε κάθε προσπάθεια. Έπαιρνα όμως στις παλάσκες πια φέτες ψωμί από το συσσίτιο και μικρά κομμάτια κοτόπουλου που τα τύλιγα σε αλουμινόχαρτο και τα έβαζα στο μέρος όπου πιθανόν θα εμφανιζόταν. Συνήθως τα έτρωγαν άλλες γάτες, μόνο μια δυο φορές το είδα να τρώει ευχαριστημένο και ήσυχο. Συνέχιζε όμως να είναι επιφυλακτικό. Το παρατηρούσα σχεδόν όλη την ώρα της ανιαρής σκοπιάς, όταν ήταν εκεί, και δεν καταλάβαινα πώς περνούσε ο χρόνος.

Ένα μεσημέρι ηλιόλουστο και ζεστό -είχε προχωρήσει η άνοιξη πια- ήρθε ξαφνικά και άρχισε να τρίβεται ανάμεσα στα άρβυλά μου. Έσκυψα και προσπάθησα να το χαϊδέψω, αλλά αυτομάτως απομακρύνθηκε. Έμεινα εντελώς ακίνητος για λίγο, όπως παλιά που παίζαμε το «στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα και αγέλαστα» και ξανάρθε. Δεν ήθελα να χάσω την ηδονή της προσέγγισης. Η γατούλα με είχε εκπαιδεύσει. Τις επόμενες μέρες μου επέτρεψε και μερικά βιαστικά χάδια. Δυο εβδομάδες μετά καταδέχτηκε για λίγο την αγκαλιά μου.

Το είδε αυτό ο διοικητής της ίλης και με φώναξε. «Θέλω το γατί για το φυλάκιο», μου είπε.  «Γέμισε ποντίκια. Μόλις σε πλησιάσει πάλι πιάσ’ το και φέρ’ το. Έχω εδώ ένα κουτί από το ΚΨΜ. Βάλ’το μέσα.» 

«Μάλιστα, κύριε Διοικητά», είπα πειθήνια.

Ξαναπήρα θέση στη σκοπιά και σε λίγο η Κανελίτσα, έτσι αποφάσισα να τη φωνάζω λόγω του χρώματός της,  βημάτιζε ξεθαρρεμένη προς το μέρος μου. «Φτου ξελευθερία», σκέφτηκα. Σε είκοσι μέρες θα έπαιρνα την άδεια απόλυσης. Δεν φοβόμουν πια. Όρμησα με τέτοια φόρα προς την Κανελίτσα και χτύπησα με τόση δύναμη τα άρβυλα στο τσιμέντο, που το ζωάκι τρόμαξε κι έφυγε τρέχοντας. Είδα το απορημένο βλέμμα της και βούρκωσα. Ο διοικητής πετάχτηκε έξω. «Τι έγινε; Το έπιασες;», με ρώτησε.

«Μου ξέφυγε, κύριε Διοικητά», είπα με το κεφάλι σκυμμένο.

«Το ξερα πως είσαι άχρηστος», πέταξε εκείνος υποτιμητικά. «Δέκα μέρες στέρησης εξόδου», πρόσθεσε. Το απόγευμα το παιδί που έπαιρνε τις προμήθειες για το φυλάκιο έβαλε πίσω πίσω στο τζιπ το κουτί από το διοικητήριο.  Δεν με άφησε να πάω προς τα εκεί. «Θα την προσέχουμε», μου ψιθύρισε. Κοίταζα το τζιπ που απομακρυνόταν. Δάκρυα κύλησαν στα μάτια μου. Ήταν ένας χωρισμός, πώς να το κάνουμε;

«Κανελίτσα δεν σε πρόδωσα εγώ», ψέλλισα μόνο συντετριμμένος.

Artwork: © birgl @ Pixabay

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: