Στάθης Κομνηνός | Η μάχιμη θεολογία της Σπυριδούλας Αθανασοπούλου – Κυπρίου

Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Εδώ και Τώρα, κείμενα φιλοσοφικής θεολογίας περί βλέμματος, σεξουαλικότητας, επιθυμίας και άλλων τινών | Eκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Αθήνα 2020.

Βιβλιοκρισία εν είδει αφιερώματος στη μάχιμη θεολογία της Σπυριδούλας Αθανασοπούλου – Κυπρίου

Μάχιμη θεολογία ή ζώντας με πουκάμισο ξεκούμπωτο
ή ζωή δίχως πουκάμισο κανένα ή έκθετος στο απροσδόκητο…

Βιβλίον Τίμιον

[…] Όπως και τα προηγούμενα βιβλία της που γνωρίζω και μόνον ενδεικτικά θα αναφερθώ σ’ αυτά στην παρούσα βιβλιοκρισία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Είναι εξόφθαλμη η ευσυνειδησία και ειλικρίνεια της συγγραφέως. «Μούφα» γραμμή δεν βρήκα ούτε μία (και για να μην συγχέουμε: άλλο διαφωνώ με χ θέση, άλλο «μούφα» κείμενο, παράγραφος, γραμμή). Το βιβλίο είναι τίμιο και ως εκ τούτου διακονεί. Επίσης, σαφώς κοινωνεί (διαφωνώντας-συμφωνώντας με τον χ αναγνώστη) καθότι τίμιο. Βέβαια για να διαβάσουμε γόνιμα τα βιβλία πρέπει ήδη να έχουμε, πάνω-κάτω, τις αγωνίες τους (θυμίζω το βιτγκενστάνειο σημείωμα στο Tractatus) ή τουλάχιστον να είμαστε αφιλόκερδα κι ολόκαρδα διατεθειμένοι να τις αποκτήσουμε άμεσα. Θα παρότρυνα, ανεπιφύλακτα, λοιπόν να αποφασίσει αμετακίνητα ο αναγνώστης αυτής της βιβλιοκρισίας να διαλέγεται με τίμια βιβλία, να προβληματιστεί με τις θεματικές τους (έστω κι αν του φαίνονται αδιάφορες για τα γούστα του – είναι χρέος και καθήκον το αναγινώσκειν, όχι μόνον ατομική απόλαυση…) και να διαλεχθεί, ακορέστως, μ’ αυτές καθώς επιτελεί έτσι ένα «χρέος» του: να ολοκληρώνεται δια της κοινωνίας των προσώπων (εδώ συγγραφέα-αναγνώστη). Προσοχή, λοιπόν, στο τι τρώτε! Υπάρχει (καλό και κακό) ενδεχόμενο να γίνετε ίδιοι μ’ αυτό […]

Κάτοψις

[…] Ιδού και κάποια ερωτήματα του οπισθόφυλλου: «Θα μπορούσε, άραγε, ο Ορθόδοξος θεολογικός λόγος να συμβάλει στη συζήτηση σχετικά με ζητήματα φύλου, σεξουαλικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης;

Συνέχεια ανάγνωσης

Ποια είναι η σημασία του χρόνου στην προσωπική αλλαγή και μετάνοια και ποια η προσωπική ευθύνη για τις επιλογές που κάθε στιγμή κάνουμε; Πώς διαπλέκεται ο ανδρισμός με τη θρησκευτική πίστη σε κάθε εποχή;». Τα κείμενα που απαρτίζουν τον τόμο είναι άλλοτε ανακοινώσεις σε συνέδρια (τις μεταφράζει για την έκδοση ο Μιχ. Λαλιώτης), άλλοτε βιβλιοκρισίες της συγγραφέως, άλλοτε κείμενα της συγγραφέως σε παρουσίαση βιβλίων, ή κάποιες επεξεργασμένες, για την παρούσα 5 έκδοση, ανακοινώσεις ή δημοσιευμένα κείμενα σε περιοδικά. Αυτονόητο είναι πως σχετικά με τις βιβλιοκρισίες της δεν κάνω, στην παρούσα βιβλιοκρισία, …βιβλιοκρισία της βιβλιοκρισίας, αφού αφενός αυτό δεν αφορά στο ίδιο το βιβλίο της και αφετέρου δεν έχω διαβάσει δυστυχώς τα κείμενα στα οποία αναφέρεται.

Από γλώσσης άρχεσθε

[…] Το βιβλίο φέρει τον τίτλο «Εδώ και Τώρα», που πέφτει κάθετα, με ορμή, στο ψυχικό μας αυτί. Θυμίζει την ένδιψη, τη διψαλέα καθετότητα του αιτήματος “now” που ακούγαμε από χείλη Ιακώβου Morrison κάποτε και που μας ωθούσε να υπάρξουμε ως διψασμένοι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Θυμίζει το σθεναρό κι αμεταμέλητο στον ερωτισμό του Νυν, που διαπερνά από άκρου εις άκρον τη λατρευτική Πράξη της Εκκλησίας. Στην περίπτωση της συγγραφέως αυτός ο τίτλος μυρίζει ορκισμένη πια ευθύνη, αποφασιστικότητα, τόλμη. Τέλος οι καλύπτρες, τουλάχιστον προθετικά. Τέλος τα επιχειρηματολογημένα καλύμματα. Σε γλώσσα σύγχρονα αγιολογική: τέρμα τα ξύγκια. Τέρμα τα καλοσυγυρισμένα παραμύθια καλύψεων. Απόφαση έκθεσης. Ως (υπαρκτική) γνησιότητα. Η Κυπρίου με το παρόν βιβλίο της φαίνεται να ομνύει σε μια εφεξής στάση της που θα ονομάτιζα «(επιθυμώ) να μην μασάω πια», «πετώ περικαλύμματα», «(θέλω) να είμαι διαρκώς και πιο προσωπική», «στο προσκήνιο ανένδοτα». Της εύχομαι από εδώ ολοένα και τελειότερη γυμνότητα, καθώς η συνοδεία των πειρασμών προς την αντίθετη κατεύθυνση δεν θα πάψει μέχρι πέρατος βίου. Άλλωστε, αυτή η γυμνότητα έχει ιερότητα, όπως αναφέρεται εύστοχα και στη σελ.21 σημ.4 του βιβλίου. Διότι, κρίνω, πέρα από εύλογες εξιδανικεύσεις και δικαιολογημένους ιδεαλισμούς, εκεί, εκεί στη γυμνητεία, στην …αδαμιαία γυμνότητα, τα γεγονότα, οι πράξεις, η ιστορία…, είναι απολύτως ο εαυτός τους δίχως διανθίσεις και ποικίλματα (τεχνικές του συνειδητού για να μην γυμνωθεί εν τη απεκδύσει κάθε θώρακά του…), ωμά, ψηλαφητά, ένσαρκα, πραγματικά κι ωστόσο αρκούντως… αόρατα, θα έλεγε κανείς …μεθόρια. Παράλληλα, αυτή η τόλμη που προαναφέραμε κινείται συνοδεία μάχιμης θεολογίας. Μάχιμης διότι σχετίζεται με αμεσότητα (και ρίσκο) με το «Εδώ και Τώρα» με όποιον παροδικό και εφήμερο χαρακτήρα έχει αυτό (αλήθεια, είναι όντως έτσι;).

Αυλαία

Η ανάγνωση, όπως είπαμε, ανοίγει με ένα προλογικό σημείωμα της Κυπρίου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα προσωπικό ξεκαθάρισμα τής συγγραφικής (βλέπε… υπαρκτικής της, ουσιαστικά, πορείας…) της πορείας, που στην εξομολογητική της διάθεση, ευτυχώς και ευλογημένα, ξεφεύγει από την ατομική σφαίρα και αυτόματα κλείνει το μάτι στην αυτοσυνειδησία εκάστου αναγνώστη. Είναι ένα προλογικό σημείωμα-ξεκούμπωμα γεμάτο ζεστασιά ανθρώπινη. Παράλληλα, εντελώς τηλεγραφικό το σημείωμα αυτό, πλην όμως επαρκέστατο στην προβληματολογία που θέτει. Ας πούμε το σχόλιο της συγγραφέως (σελ.12-13) για το βιβλίο της «Όχι εγώ» (εκδ. Αρμός 2011), που κάνει (ηθελημένα;…) να αντηχήσει στα αυτιά μου το παύλειο «…ουκέτι εγώ…» (βλ.Γαλ.2,20) δεν μας κινητοποιεί σε στοχασμό περί ατομικότητας-υποκειμενικότητας προσώπου κλπ αν σκεφτούμε να το αντιπαραβάλουμε με το κυριακό λόγιο «Εγώ ειμί…» (βλ. Ιω.8,12 11,25 14,8-10) ή «Εγώ δε λέγω υμίν…»(βλ.Ματθ.5,34) κλπ;[…]

Θεολογία και Κενό

[…] Κι έτσι, για να επανέλθω στη μαχόμενη θεολογία της Κυπρίου, αν υπό σωτηριολογικό πρίσμα θεολογούμε, δηλαδή αν δια του θεολογείν επιθυμούμε να πράξουμε τι σωτηριώδες του εαυτού μας (αυτονοήτως εν Χριστώ, αναφορικά με τη δική μας παράδοση), τότε δεν έχει και τόσο σημασία η ορθότητα ή μη κάποιας χ θέσης της μαχόμενης θεολογίας μας όσο ότι είναι αφενός μαχόμενη (κατά τον παραπάνω «ορισμό») και αφετέρου συγκεκριμένα μαχόμενη.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΟΧΙ αφηρημένα δηλαδή σχήματα, όχι άσαρκες ιδέες (κυκλοφορούν, πανσθενώς, μιλιούνια από καταβολής κόσμου…), όχι άναιμες «θέσεις», όχι ανυποστασιοποιημένα στην υπόστασή μας «δόγματα». Και για να σχολιάσουμε επίσης τον όρο «απολογητική» που η Κυπρίου αναφέρει, θα λέγαμε ΝΑΙ στην Απολογητική ως συνομιλία με το Τώρα και το Εδώ, ΟΧΙ όμως ως έτοιμη θέση από χ καθέδρας για καταδυνάστευση, τελικά, και του Εδώ και του Τώρα, άσχετη με την αγωνία του, άσχετη με τους προβληματισμούς και τα ερωτήματά του,άσχετη με τη Γλώσσα του, αφού από καιρούς τώρα πια η Απολογητική δεν είναι αγωνία και αγαπητική – ευαγγελική – έκθετη επιθυμία εμπλοκής (=Σάρκωση…) σε συνομιλία με το Τώρα και το Εδώ του (σύμπαντος…) κόσμου και βιωματικής, έως το μεδούλι, μαρτυρίας συγκεκριμένου έρωτος, αλλά αποστεωμένη και κατάψυχρη (ιδεολογική) «θέση» που εκφέρεται συνοδεία (ηθικολογικών) μύδρων. Άλλωστε, αυτή η θωρακισμένη απολογητική δυσπραγεί απελπιστικά να συναντηθεί με τη ροή της ζωής και γεμάτη (προσωπική) άγνοια παπαγαλίζει. Ο δε (ιδεολογικός πάντα) δρόμος της, ο κατεξοχήν δρόμος της, είναι πολύ ολισθηρός[…]

Βλέμμα – Σώμα – Νοοτροπία – Μετάνοια – Κάθαρση

[…] Στις σελ.25-27 τονίζεται προσφυώς η μετωπικότητα της εικόνας. Δεν επικροτώ, και πάλι, τον περιορισμό της Κυπρίου στη «βυζαντινή», λεγόμενη, εικόνα. Μετωπικότητα μπορεί να βρει κανείς και στη (χριστιανική) Δύση μα και στη «θύραθεν» τέχνη.

Συνέχεια ανάγνωσης

Υποστηρίζεται από την Κυπρίου, ορθά, ότι η μετωπικότητα της εικόνας κάνει να βλέπεται ο θεατής, τον καδράρει από την πρώτη στιγμή της συνάντησης, τον …εικονοποιεί. Προσθέτω ερωτήματα προς συζήτηση: κάθε μετωπικότητα λειτουργεί έτσι; Πώς; Ποιες διαφοροποιήσεις μπορούν να ανιχνευθούν και πού θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να οδηγούν; Η (κάθε, ως κρίνω) εικόνα (άλλη περισσότερο, άλλη λιγότερο) δεν σε αφήνει να μην εκτεθείς. Να επιμένεις να καλύπτεσαι καταναλώνοντας και αντικειμενοποιώντας. Αλήθεια, ενδιαφέρει τη σύγχρονη κοινωνία, τη σύγχρονη διανόηση, τους αναγνώστες αυτής της βιβλιοκρισίας ένα λειτουργικό βλέμμα (όπως εισηγείται το κείμενο της Κυπρίου); Ένα βλέμμα που θα συντελείται εν κοινότητι και που Δεν θα θέλει να είναι μοναξιασμένο κι ατομικό, αλλά θα έχει ανεβάσει τόσο ψηλά τις αξιώσεις του ώστε να ζητά το Άγιο Πνεύμα συνοδοιπόρο για να συντελεσθεί, δηλαδή για να ζήσει εν αληθεία; Και μια κι έκανα λόγο για θεολογία υιών (…και φίλων του Νυμφίου) θα ήθελα να ρωτήσω: η κοινότητα αυτή θα πρέπει να είναι αποκλειστικά η Εκκλησία για να λειτουργήσει έτσι το βλέμμα; Κι ακόμη περισσότερο: η εκκλησία υπό μια (επίσημη, δογματική, ομολογιακή, …στενή) έννοια; Η ευαγγελικώς κατατεθειμένη Αποκάλυψη δεν αφήνει ορθάνοικτο αυτό το πεδίο απαντώντας έτσι έμμεσα στο ερώτημα αυτό; Επίσης, θα μπορούσε να υπάρχει τροπική, ποιοτική διαφοροποίηση του βλέμματος όταν αυτό εντάσσεται στην παράδοση της Εκκλησίας, ώστε να μπορούμε να μιλούμε για υπαρκτική του αναβάθμιση; Στο τελευταίο θα απαντούσα καταφατικά, αφήνοντας ωστόσο ολότελα ελεύθερο κι ανοικτό το πεδίο στο Θεό των εκπλήξεων να ενεργεί όπως θέλει και παντού. Περαιτέρω, θα μπορούσε να υπάρχει ως αίτημα πια ένα συν – βλέπω, συν – θεώμαι (υπό τα χαρακτηριστικά, φερ’ ειπείν, ενός χαϊντεγκεριανού mit-sein) εκτός συγκεκριμένων (ομολογιακών) περιορισμών; Τι θα έλειπε (ΑΝ έλειπε…), όμως, σ’ ένα τέτοιο γενικευτικό (υπό μία κοσμική έννοια και όχι εκκλησιαστική, αν και οι όροι αυτοί είναι ολισθηρότατοι) συνθεώμαι; Μήπως το ολότελα συγκεκριμένο και ειδικό ενός …προσώπου κι ακόμη το ολότελα συγκεκριμένο «μέσο» (= το Αγ. Πνεύμα) συνάντησης αυτού του (σωτηρίου) προσώπου; Και η άλλη διάσταση: η Κυπρίου στο κείμενο αυτό περικαλλώς μετανοεί (είναι η καρδιακή ζεστασιά που προανέφερα) στη θέα της εικόνας (πίνακα Ρόρρη)!!! Θίγοντας έτσι την αναμορφωτική και θεραπευτική λειτουργία της εικόνας (του οράν, θα γενίκευα, υπό σαφές (=έντεχνο..) πλαίσιο). Κάτι που στην ελληνική παράδοση, από την αρχ. Τραγωδία και τον Αριστοτέλη ακόμη, είναι γνωστό ζητούμενο. Οι νεοέλληνες το αιτούμαστε ακόμη; Εισηγούμαστε αυτή τη θεώρηση στον υπόλοιπο κόσμο (ΟΧΙ απλά και μόνο στη Δύση…, δεν είναι η Δύση ολόκληρος ο κόσμος); Μπορούμε; Η Κυπρίου, ωστόσο, σαφώς και μπορεί. Έτσι, η Κυπρίου στέκοντας τοιουτοτρόπως εν κόσμω δεν κρύβεται πίσω από μια χ ετοιματζίδικη θεολογία (τουλάχιστον στην τοπική πρόσληψή της), ούτε πίσω από (εικονολογικές) «θέσεις» (πατέρων και συνόδων), που καθίστανται ανερμήνευτες και αδιάφορες, καθότι αβίωτες στο Νυν (…) και εξαπολύονται, ενίοτε, σαν κεραυνοί αυθεντίας ακριβώς για να καλύψουν την ακοινωνησία των μυδροφόρων με το Παρόν, τον εαυτό τους και τον κόσμο. Να καλύψουν τη δυστοκία τους να αφεθούν στο ζέον της επαφής με τα πράγματα. (Δογματικές και παραδοσιακές) «Θέσεις» που αν δεν εξηγηθούν (=σαρκωθούν εν ελευθερία προσώπου στο Τώρα) είναι ξύλινες, ανένταχτες στη ροή της Ιστορίας, μετέωρες και αποδεικνύονται ιδεολογική κι αποστεωμένη «βρώση». Η Κυπρίου έχει την (εξ Ευαγγελίου) σοφία να μην εγκλείει την ορθόδοξη πίστη της και τον ορθόδοξο τρόπο συνομιλίας με τον κόσμο αποκλειστικά στο ναό και στα (συμβατικά) εκκλησιαστικά περιβάλλοντα, αλλά να συναντά το ορθόδοξο ζην και θεωρείν στον, κατά το κάκιστα και μανιχαϊστικά λεγόμενο, «κόσμο» και εκεί να ζει και να προτείνει την εκκλησιοποίησή του, ως και οφείλει, άλλωστε, να πράττει καθότι πιστή χριστιανή. Ασφαλώς, αφήνοντάς του (υπόρρητα) ΟΛΕΣ τις ανάσες να λειτουργεί ως-είναι. Ως κόσμος. Άνευ ορίων άνευ όρων, κατά το εμπειρίκειο. Η Κυπρίου δεν στραγγαλίζει τον κόσμο επιβάλλοντάς του να γίνει ορθόδοξη θέση και ορθόδοξη τεχνοτροπία. Έχει τη διάκριση να βλέπει στον κόσμο το ορθόδοξο (=χριστιανικό) αίτημά της και να αφήνει ελεύθερο τον ανασασμό του κόσμου.[…]

Βιολογικό φύλο, ρευστότητα φύλου, έμφυλος καταναγκασμός

[…] Δεν με βρίσκει διόλου σύμφωνο η άποψη που δηλώνεται (βλ.σελ.41) για το φύλο ως πολιτισμικό προϊόν, ούτε θεωρώ «κατασκευασμένη κατηγορία το βιολογικό φύλο» (βλ.σελ.42).

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμική εκμετάλλευση, χειραγώγηση, ποδηγέτηση του φυσικού/βιολογικού φύλου, που θεμελιώνεται σε λογής αρχές (πολιτικές, θρησκευτικές κλπ) από την εξουσία ναι, αυτό συμβαίνει. Αποπνικτικά μάλιστα. Σαφώς το κοινωνικό φύλο δεν είναι «φυσικό» (βλ. σελ. 42). Είναι «κατασκευή» που το Υπερεγώ καταπιεστικά επιβάλλει. Και σαφώς μπορεί, ως εκ τούτου, να αποφυσικοποιείται (κι ορθά) το κοινωνικό φύλο. Όχι το βιολογικό. Αυτό παρέχεται για εν δυνάμει χ απόφαση χρήσης του από το πρόσωπο. Το φύλο απλά… είναι. Όσο κι αν αυτό το «ουσιοκρατικό» ενοχλεί. Το …δοσμένο και ανεπίλεκτο, ωστόσο, δύναται να επιλέγεται (ως τρόπος χρήσης της φύσης) a posteriori δια της ελευθερίας του προσώπου. Θεωρώ εθελοτυφλία (βλ.σελ.41) και θέση τραβηγμένη από τα μαλλιά την αμφισβήτηση της φυσικότητας του βιολογικού φύλου. Σαφέστατα μπορεί να γίνει (και θεολογικός) λόγος για έμφυλα στερεότυπα και αναγκαστική (…) ετεροφυλία, πράγμα που άριστα κάνει η Κυπρίου και έξοχα θίγει το θέμα, δεν μπορεί όμως να τεθεί υπό συζήτηση, χωρίς να εκτραπεί στη φαιδρότητα, το θέμα της φυσικότητας του βιολογικού φύλου. Μέχρι η Φύση ή ο Θεός να αποφασίσουν να φανερώσουν ένα άλλο φύλο, σαφέστατα διακριτό (οργανικά, σωματικά…) από τα δύο υπάρχοντα, οι άνθρωποι θα γεννιούνται άνδρες και γυναίκες. Άλλο, ωστόσο κι εδώ εμφιλοχωρεί βεβαίως η διάκριση, η φυσική (έμφυλη) γέννηση και άλλο η απολύτως ελεύθερη χρήση του φύλου που αυτή η γέννηση μάς έδωσε. Κι εδώ, συμπλέοντας με την Κυπρίου θα υποστηρίξω απολύτως το δικαίωμα στην ελευθερία επιλογής χρήσεώς του και τον όποιο αυτοπροσδιορισμό του κατόχου και χρήστη αυτού του φύλου. Η φύση δεν γεννά κάτι άλλο από δυαδικότητα φύλων (βλ Μαρκ.10,6 που ήδη προανέφερα), ωστόσο εμείς …ως πρόσωπα (και ιδού μια θεολογική προβληματική που θέτω στη συζήτηση και που μπορεί να προκαλέσει γόνιμο θεολογικό προβληματισμό) έχουμε κάθε λόγο να ζούμε το φύλο μας με τον τρόπο που αυτό το ίδιο το πρόσωπό μας επιθυμεί. Θα άκουγα ευχαρίστως και απολύτως επιδοκιμαστικά μια θεολογική συζήτηση που θα ενέτασσε την (εκστατική, αναφορική…) έννοια του προσώπου στο ζήτημα της χρήσεως των φυσικών φύλων, όμως θα …έπληττα θανάσιμα σε μια συζήτηση που θα επιχειρούσε είτε να υπερβεί τη φυσική (έμφυλη) διάκριση είτε να τη διαγράψει στο βαθύ και άδηλο (εσχατολογικό) μέλλον. Ωστόσο, μπαίνοντας παράλληλα στον πειρασμό, θα ήθελα να θέσω εκ προοιμίου και βιαστικά καθώς αναπτύσσω το θέμα παρακάτω, και το (αντίθετο των εδώ εκφραζόμενων θέσεών μου) ερώτημα: αν προέχει ο άνθρωπος (…και πώς θα οριζόταν αυτός;…) εν όψει της θεώσεως και έπεται (ή ακυρούται;…) το φύλο. Δεν είναι ανώδυνο ερώτημα, καθώς υπαινίσσεται σταυρικό φρόνημα[…]

Εσχατολογικό (;) σώμα

[…] Καταφάσκω απόλυτα με την Κυπρίου που αναφέρεται στη Μπάτλερ (βλ.σελ.40), ότι είναι πια ιστορικό δεδομένο και απαράγραπτη πραγματικότητα ο θάνατος της σταθερότητας του κοινωνικού φύλου και της κοινωνικά έμφυλης ουσιοκρατίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ευτυχώς η νεωτερικότητα και η εποχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φέρνει ενώπιον της συνειδήσεώς της την (πάντα εκκοσμικευμένη και πάντα καθυστερημένη και πάντα φοβική και πάντα υποκριτική και άλλα πολλά) Εκκλησία θέτοντας τέτοια δεδομένα, που η ίδια η Εκκλησία ουδέποτε θα τολμούσε να θέσει (θεολογικώς έστω και θεωρητικώς) από μόνη της, έτσι ώστε να σύρεται από τον κόσμο δίνοντάς του την πρωτοβουλία των κινήσεων. Το ερώτημα, λοιπόν, που αξίζει να τεθεί, πέρα από την απελπιστικά στενή (και αντιευαγγελική;…) παύλεια θεώρηση των πραγμάτων είναι σε κάθε περίπτωση το ακόλουθο : ΑΝ ασχέτως οιασδήποτε ρευστότητας φύλου διασώζονται ακέραιοι στο ανθρώπινο πρόσωπο (με το ρευστό φύλο…) οι όροι και οι προϋποθέσεις της  θεώσεως (ως υπαρκτικής ολοκλήρωσης) και φυσικά όχι μόνον εν κόσμω, θα έλεγα, για να συμπεριλάβω και την εσχατολογική διάσταση που βάζει η Κυπρίου (θυμίζω εδώ το προαναφερθέν απόσπασμα του Κ. Αγόρα). Αν, δηλαδή, διασώζονται οι προϋποθέσεις της θεώσεως που είναι η (ΦΥΣΙΚΗ) εκστατικότητα του προσώπου προς την Ετερότητα (αλήθεια, κάθε Εσύ συνιστά ετερότητα για την Εκκλησία ή το ομοφυλοφιλικό Εσύ δεν είναι… Εσύ;;!!!). Προσώπου που επιθυμεί να καθαρεύει, να καθαίρεται, από τη μείζονα υπαρκτική πτώση – τον εγωισμό και συνακόλουθα τον ναρκισσισμό κλπ. Προσώπου που αυτοπροσφέρεται στην ετερότητα (έστω και αν αυτή είναι ομόφυλη). Κι αντιστρόφως, για να εκθέσω και την κρατούσα αντίθετη άποψη, είναι απλά (!) διάσωση εντέλει του ναρκισσισμού-εγωισμού και της μη εκστατικότητας προς τη (ριζική) ετερότητα (που υποτίθεται μονοπωλιακά αντιπροσωπεύει η ετεροφυλία) η παραμονή στο ίδιο φύλο (ομοφυλοφιλία) στην ερωτική μας αναφορικότητα, ωστόσο υπογραμμίζω η εν τω αυτοθυσιαστικό έρωτι παραμονή…, το οποίο φαίνεται (…) ότι είναι και γνωστόν και δικό μου και ακυρώνει, υπ’ αυτή την έννοια, κάθε ιδέα εκστατικότητας; Κι όλα αυτά, φυσικά, πάντα μέσα στο εκ φύσεως αστάθμητο του πεδίου των σχέσεων.[…]

Πατερική παράδοση, αναστοχασμός, ερωτηματοθεσία…

[…] Αχ, θεωρούμε πολλά δοσμένα. Πολλά αυτονόητα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Όμως η υική στάση προς τον Πατέρα δεν στέκεται έτσι εν κόσμω, αφού ενστερνίζεται, με όλα αυτά τα πού, πώς, πόσο, πότε, το… θεομητορικό υπόδειγμα της έρευνας, εξέτασης, ερώτησης: «πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;» (βλ.Λουκ.1,34) για να δοθεί, ίσως, εν συνεχεία με εμπιστοσύνη στον Εραστή ημών «ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (βλ. Λουκ.1,38). Θεωρούμε δοσμένα πολλά πράγματα, π.χ. την ουσιοκρατία του φύλου, την ετεροφυλία, την καταδίκη των λογής παρεκκλίσεων τω φύλων, διότι πρόχειρα, αφιλοσόφητα, πεζοδρομιακά μένουμε προσκολλημένοι (=βολεμένοι, ράθυμοι…) στο φυσικά δοσμένο (στο φαινόμενο θα λέγαμε;) που του αποκλείουμε κάθε προσωπική δυναμική, κι έτσι «αυτονόητα» ορίζουμε και αποκλείουμε προγραμματικά… Όμως, το δοσμένο πιθανόν είναι για να γίνει τι. Μια εικόνα γίγνεται ομοίωση. Μια κτιστή και προς θάνατον φύση γίγνεται θεός κατά χάρη. Η ωραία μάχη των υιών για να ζήσουν με τον τρόπο του Τριαδικού προτύπου βρίσκεται, όμως, εκεί που αναλαμβάνουν «όλο το πακέτο» των ερωτημάτων και των στάσεων. Προδιαγραφή της δηλαδή είναι η «στενή πύλη και τεθλιμμένη οδός» (βλ.Ματθ.7,14) της διακινδύνευσης, της πιθανής αποσυναγώγησης, της περιθωριοποίησης, των επικείμενων αδιεξόδων ίσως και επώδυνων αμφιβολιών. Πάντως όχι εκείνη της σίγουρης και αλάνθαστης αυθεντίας. Το αδιέξοδο σ’ αυτή την οδό, καραδοκεί, πιθανότατα, σε κάθε γωνία και μετά τα πρώτα ακόμη βήματα στο δρόμο αυτό. Όμως το εξαίσιο είναι ότι παραδόξως προβάλλει λυτρωτικό (!!!). Ενδεχομένως ως (ανακουφιστική) απόγνωση από το (μικρόκοσμο του) εγώ και συνεπώς προοπτική διανοίξεως του μεγάλου ελέους Του. Η φράση «όλο το πακέτο», ως ανωτέρω δείξαμε με τα αγιογραφικά αποσπάσματα και τις επ’ αυτών ερωτηματοθεσίες, δεν βλέπει με καλό μάτι τις τυχόν επιλογές μας από τα περιεχόμενα του πακέτου αυτού. Δρόμος που άλλωστε δεν είναι διόλου ασφαλής (καθότι απομακρύνεται από την κατά θεό υιοθεσία και υική σχέση που περιγράφουμε και τοποθετείται στο χώρο της ατομοκρατίας). Ταυτόχρονα είναι πολύ εύκολος καθόσον ένας χ  συγκρητισμός ή εκλεκτικισμός (έτσι εν τέλει αυτή η στάση…) είναι πάντα εύκολη υπόθεση και δρόμος λείος. Όταν επιλέγεις τη δυσκολία λήψεως «όλου του πακέτου» τότε μπορεί, ίσως, να χαθείς («…ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν…», βλ.Ματθ.10,39), όμως παράλληλα εισέρχεσαι στην χαριτωμένη και αξιοπρεπή δυσκολία των ερμηνειών του, της έγκοπης συνομιλίας εν όψει αποκρυπτογράφησης, που συνιστά έκπαγλο παιχνίδι του Πατρός με τους υιούς Αυτού.

Πατερικότητα, νεοπατερική σύνθεση, μεταπατερικότητα και τελικώς αιώρηση στο χάος

[…] Αν δήθεν ο ανατολικός (;;;!!!) χριστιανισμός εμμέσως απορρίπτει, επί εσχατολογική δήθεν βάση…, τη βιολογική ουσιοκρατία (βλ.σελ.52), όπως την αμφισβητεί η Μπάτλερ, τότε κάκιστα πράττει, θεωρώ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Κι επίσης δεν μπορώ να μην διαφωνήσω με την Κυπρίου (βλ. αυτόθι) όταν θεωρεί πως «θεολογικά είναι επικίνδυνο να δεχόμαστε ως θεόσταλτο κάτι που είναι ιστορικά και πολιτισμικά καθορισμένο». Μα είναι θεόσταλτο, κατά τα λεγόμενα της Γενέσεως και τις δηλώσεις (βλ.ανωτέρω) του Μαρκ. 10,6. Άλλο η κοινωνική και από τις λογής κοσμικές εξουσίες καταπίεση του θεόσταλτου και δοθέντος, είπαμε, και άλλο αυτό τούτο το δοθέν. Ορθά η Κυπρίου, μέσα στη χριστολογία που επιχειρεί, προβάλλει μια εσχατοχριστολογία (βλ. σελ. 54 κ.ε.), ας την ονομάσουμε έτσι. Μόνο που τα ίδια τα συμπεράσματά της (βλ.σελ.55) ελάχιστα δικαιολογεί η εσχατοχριστοκεντρική θεώρηση των πραγμάτων. Ο Χριστός συνεχίζει να είναι και έμφυλος και ένσαρκος, όπως τονίσαμε παραπάνω. Δεν υφίσταται ΠΟΥΘΕΝΑ στη Γραφή ούτε καν ένδειξη «αποφυσικοποίησης» των φύλων, ποτέ δεν «ανατρέπεται η ουσιοκρατία των φύλων» (βλ.σελ.55), ούτε υφίσταται (εκ φύσεως…, ή ευαγγελικά…) «καταπιεστικός ιστός των έμφυλων στερεοτύπων» ει μη μόνον ως κοινωνικός καταναγκασμός αντίθετος στην ευαγγελική λογική (σωτηρίας και ακεραίωσης του προσώπου). Ωστόσο, συμφωνώ 200% με την Κυπρίου (βλ. αυτόθι) ότι εν Χριστώ ΔΕΝ μπορεί να γίνει επ’ ουδενί ανεκτή οιαδήποτε σεξουαλική καταπίεση ή υποχρεωτική μορφή σεξουαλικότητας και οφείλουμε, ακριβώς εν Χριστώ, να αντιπαλέψουμε σθεναρότατα κάθε μορφή καταπίεσης του ανθρωπίνου προσώπου και εξουσιαστικής επιβολής στην ελευθερία του.

Η γυναίκα στην Εκκλησία

[…] Υποτιμητικά περιορίστηκε η γυναίκα, στην πορεία του εκκλησιαστικού σώματος στην ιστορία (και κυριότατα εντός των πλαισίων της ενορίας), στο ρόλο καντηλανάφτισσας και (δήθεν) διακόνισσας, η οποία φτάνει ίσα-ίσα στα σκαλιά που οδηγούν στην πρόθεση του Ιερού για να δώσει χαρτάκια μνημόνευσης ονομάτων ή πρόσφορα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Και χάρη της γίνεται αν προβεβηκυία (40 και άνω και άνευ εμμήνων, καθότι βδέλυγμα και ιεροσυλία!!!) μπορεί να εισέρχεται στο ιερό προς καθαρισμό του, καθότι καθαρίστριας ο … κατεξοχήν «εκκλησιαστικός» της ρόλος. Μα την αλήθεια, τούτη η συμπεριφορά της ανδροκρατούμενης Εκκλησίας (!) θυμίζει τα λεγόμενα στο ποίημα της Δημουλά «Σημείο αναγνωρίσεως» . Η εκκοσμικευμένη και κατά τούτο ξεπεσμένη Εκκλησία (πέρα από κάθε περιγραφή δε ο ξεπεσμός αυτός την εποχή του κορωναϊού «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί», βλ.Λουκ.2,35), που από πάμπολλα «απουσιάζει» όπως λέει και η Κυπρίου (βλ.σελ.138) και που κατά τα αληθή πάλι λεγόμενα της συγγραφέως μας είναι «κανονικά κατακερματισμένη και ουσιαστικά πληγωμένη» (βλ.σελ.13, μόνο που παραλείπει να εντοπίσει σαφώς πού συμβαίνει αυτό) έχει ξεχάσει πολλά ως φαίνεται. (Όπως, επίσης, απολησμόνησε τη συμμετοχή των λαϊκών στην εκλογή επισκόπου, λες και δεν ήταν αυτό… αποστολική παράδοση (!), ή το κριτήριο πατρότητας στην ανάδειξη του επισκόπου και όχι εκείνο της …εξουσίας. Αλλά και προτίμησε να «θεσμοθετήσει» την παθητικοποίηση των λαϊκών, δηλαδή σχεδόν του 90% του πληρώματός της).[…]

Ανθρώπινα δικαιώματα και Εκκλησία, δειλίες, προσχήματα, πιρουέτες και ξυράφια

[…] Δεν έχει λογικό τόπο, και κυρίως δεν έχει χριστολογικό ή θεομητορικό

Συνέχεια ανάγνωσης

(…) τόπο, η αβάσιμη παντελώς και επί ουδενός εμπειρικού δεδομένου άποψη και ισχυρισμός περί σχετικότητας φύλου στα έσχατα (βλ.σελ.70), έστω και αν κατατίθενται προς τούτο πατερικές απόψεις (θεολογούμενα, δυστυχώς, όχι ερειδόμενα επί της χριστολογίας), όπως και η απόλυτη σημασία του (…) στην ενδοκοσμικότητα, στην ιστορία, υπό τη θέαση του π. Βασιλείου. Θα επαναλάβω ότι δεν έχει καταργηθεί το θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού όχι μόνον στα έσχατα αλλά σ’ αυτούς τούτους τους κόλπους της Τριάδος. Ούτε και η βιώνουσα πλήρως τα έσχατα πριν από την υπόλοιπη ανθρωπότητα Παναγία (κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας…) έχει απεμπολήσει τη θηλυκότητά της. Αλλιώς, θα έπρεπε από καιρό η Εκκλησία να αλλάξει προσφωνήσεις και επικλήσεις προς το πρόσωπό της και να της απευθύνεται ως προς ένα άφυλο όν… Ή, αν επιμένει στην έμφυλη διάσταση της Θεοτόκου, να δηλώνει τότε υπόρρητα ότι αναφέρεται στην εις τα έσχατα από του νυν δεδοξασμένη (άφυλη) Παρθένο Μαρία και η αναφορά αυτή να γίνεται υπό τους όρους της (έμφυλης) ιστορικότητας, ενθαδικότητας, ενδοκοσμικότητας της (!…). Κι επίσης η Παναγία δεν έχει απεμπολήσει στο χώρο της υπερβατικότητας την (εν τη ιστορία κατορθωμένη…) αειπαρθενία της, αλλά τη διατηρεί, ως ήτο στον τόπο της ιστορίας, και στον τόπο των εσχάτων. Συνεχίζει να είναι γυναίκα, και αειπάρθενος και μητέρα, ως ανεφάνη και έδρασε εντός της ιστορίας. Ούτε και προβλέπεται «εσχατολογική υπέρβαση των φύλων» (βλ.σελ.69), πλην άλλων πολλών λόγων, αλλά κυρίως διότι αυτό για εμάς δεν θα ήταν χριστολογικά θεμελιωμένο. Τα έσχατα (έστω και ως «δι εσόπτρου εν αινίγματι» (βλ. Α΄Κορ. 13,12) ) πραγματώνει στο «Εδώ και Τώρα» η Εκκλησία, όπως ακούραστα επαναλαμβάνουμε στην παρούσα. Τα έσχατα γίγνονται νυν εν Χριστώ, βάσει πρωτίστως της Ενσαρκώσεως (βλ. Β΄Τιμ.1,9-10 Φιλ.3,20). Αυτή δε η (αρχική) …ιστορικότητα των εσχάτων (!) συντελείται έμφυλα. Η έμφυλη διάσταση του ανθρωπίνου όντος (δεν αναφέρομαι εδώ στον τρόπο χρήσεως του φύλου από το πρόσωπο…) δεν μπορεί να πάψει να υφίσταται, όπως και άλλα σωτηριώδη δεδομένα της ιστορίας της σωτηρίας ΔΕΝ θα σταματήσουν να υφίστανται στα έσχατα. Φερ’ ειπείν, ο ίδιος ο Χριστός θα εξακολουθεί στα έσχατα να είναι ο «αεί σταυρούμενος και ανιστάμενος» (και αν έτσι, τότε οι δύο αυτές «καταστάσεις» Του παραπέμπουν σαφέστατα σε υλικότητα / σαρκικότητα / σωματικότητα και έμφυλη διάσταση επί τη βάσει του θεανδρικού Του προσώπου).[…]

Ο άλλος, εγώ, τα όρια, η υπέρβαση, οι προϋποθέσεις

[…] Όλοι αυτοί οι φίλοι και ξένοι, που οφείλουμε να αγαπήσουμε ολοκληρωτικά (βλ.σελ.155),

Συνέχεια ανάγνωσης

όχι υπακούοντας σε κάποιον ηθικό δήθεν κώδικα αλλά από βαθύτατη ψυχική ανάγκη (βλ. μια, φιλοδοξούσα να είναι, κριτική μελέτη υποδοχής και αγάπης του άλλου στο https://www.academia.edu) και από επιθυμία υπαρκτικής ολοκλήρωσης και πόθο να ζήσουμε με τον τρόπο του ακτίστου, δεν γκρέμισαν φράχτες και συρματοπλέγματα για να εισέλθουν στον τόπο του ετέρου γι αυτούς (=εμάς), δεν …επαναστάτησαν (!) εναντίον αυτού από τον οποίον ζητούν τι, δεν κατέστρεψαν τον τόπο του, δεν παρανομούσαν προγραμματικά, δεν εγκληματούσαν βάσει σχεδίου και προγράμματος εναντίον του, ούτε επιτέθηκαν σ’ αυτούς από τους οποίους ζητούσαν τι, ούτε στα θέσμια και ιερά των ανθρώπων που ήταν σε θέση να τους δώσουν, αν ήθελαν…, αυτό που ζήταγαν φέρθηκαν βάναυσα, ούτε συνειδητά και από επιλογή παρανομούσαν και αντιστρατεύονταν την ίδια την πολιτεία (=τον τόπο του ετέρου…) που τους έδειξε φιλοξενία, ούτε φέρονταν υβριστικά και προκλητικά, ούτε… ούτε… Κι αν αυτό συνέβαινε τότε ο λόγος θα ήταν πιθανόν διότι δεν αγάπησαν ποτέ αυτόν τον έτερο από τον όποιο ζήταγαν, αλλά τον είδαν ως …αντικείμενο χρήσης, ως κάτι που θέλουν να κατέχουν, να εκμεταλλεύονται και ει δυνατόν να το πετούν στα σκουπίδια μετά. Διαβαίνουν και διασχίζουν για να πατήσουν και διερχόμενοι να φύγουν για να ξαναδιαβούν και να ξαναδιασχίσουν για κάπου αλλού… Δεν ήρθαν, αφού έτσι πράττουν… αφού αυτό αποδεικνύει η πράξη τους, με σεβασμό και ικεσία και ταπεινοφροσύνη και αγάπη και πόθο γνωριμίας του προσώπου του άλλου κλπ. Και μάλιστα αυτό που απαιτούν από τον άλλον όταν βρίσκονται κύριοι πια αυτοί στον τόπο τους, απαιτούν να μην το απαιτεί ο άλλος (!!!) όταν αυτοί βρεθούν στο δικό τους!!! Δηλαδή, οφείλεις να φοράς χιτζάμπ (από την πρώτη στιγμή που θα πατήσεις το πόδι σου στο έδαφος μας!!!) όταν μας έρχεσαι (…), υποχρεωτικά… (εδώ άραγε δεν ισχύει το άνευ όρων της υποδοχής;), διότι έτσι επιβάλλει το πολιτισμικό μας πρόσωπο…, αλλά δεν οφείλουμε να μην φοράμε όταν σου ερχόμαστε, διότι έτσι θα ήθελε να επιβάλλει το πολιτισμικό σας πρόσωπο. Και μάλιστα έχουμε το θράσος να κινούμαστε με επιθετική διεκδίκηση επιβολής τού δικού μας προσώπου μέσα στον δικό σας τόπο τού πολιτισμικού σας προσώπου.[…]

Η θεολογία ως εργαλείο άλγους και η τρικυμία που δεν παύει

[…] Η Κυπρίου, ορθότατα, κάνει λόγο για «διεστραμμένη θεολογία» (βλ.σελ.175) λέγοντας, σε απόλυτο τόνο, επί λέξει «…μια θεολογία που προωθεί την κακοποίηση των ανθρώπων και δικαιώνει τους καταπιεστές, είναι διεστραμμένη».

Συνέχεια ανάγνωσης

Πόση απ’ αυτήν τη σαφώς διεστραμμένη θεολογία, όμως, είναι διατεθειμένη η Κυπρίου, ως μέλος της ανατολικής ορθοδόξου εκκλησίας… (με συγκίνηση διαβάζουμε «Ως θεολόγος με έντονα φεμινιστική ατζέντα, προσπαθώ να κάνω το μήνυμα του χριστιανισμού και τη σκέψη των πατέρων και των μητέρων της Εκκλησίας να αφορά όλους τους ανθρώπους…», βλ.σελ.38, και με αγωνία ρωτάμε: γίνεται να αφορά όλους;…), να πετάξει στον κάλαθο όταν τη συναντήσει, λόγου χάρη, στους πατέρες, στη Γραφή ή στην προφορική θεολογική παράδοση της Εκκλησίας; Πού την εντοπίζει; Γιατί δεν δίδει μια σαφή αναφορά κάποιου αγιογραφικού ή πατερικού χωρίου; Προσωπικά (βάσει της θεολογίας των υιών που παραπάνω σκιαγράφησα), έχω, ας πούμε, τεράστιες αμφιβολίες (έως και βεβαιότητα…) κατά πόσο …συμφωνεί ο Χριστός με την ανωτέρω άποψη του Παύλου … Πώς θα στεκόταν εδώ η μάχιμη θεολογία; Είναι το παύλειο χωρίο… θεόπνευστο; Και, από την άλλη, το …πέτρειο χωρίο «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» (βλ.Πραξ.5,29), που ενισχύει ίσως ακόμη περισσότερο τη θέση της Κυπρίου από το χωρίο τού κατά Λουκάν που παραθέτει, είναι κι αυτό … θεόπνευστο; Αν ναι, τότε η …θεοπνευστία αντιφάσκει προς τον εαυτό της; (!) Αν όχι, τότε κάποιο από τα δύο θα πρέπει να… απορριφθεί (;). Ωστόσο, οφείλω να θυμίσω την… «γραμμή» θεοπνευστίας (…) με το πέτρειο χωρίο από τον Δαβίδ ακόμη, όταν απερίφραστα δηλώνει εις το διηνεκές: «μὴ πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας, ἐπὶ ὑιούς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (βλ. Ψαλμ.145,3), και «παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ» (βλ. Ψαλμ.2, 2-5 αλλά και τους στίχους 2,9 και 2,12) και «οὐκ ἀφῆκεν ἄνθρωπον ἀδικῆσαι αὐτοὺς καὶ ἤλεγξεν ὑπὲρ αὐτῶν βασιλεῖς· μὴ ἅπτεσθε τῶν χριστῶν μου καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε» (βλ.Ψαλμ.104,14-15), η έμφαση δική μου. Είναι, κρίνω, προφανής η παρακαταθήκη για τη στάση των πιστών έναντι της εξουσίας και περιττεύει κάθε σχολιασμός. Προσωπικά δε οφείλω να πω ότι δεν γνωρίζω άλλη παρόμοια επαναστατική παρακαταθήκη στην ιστορία απ’ αυτήν και στο μυαλό μου κλωθογυρνούν ο κομμουνισμός, ο αναρχισμός και λοιπά παρόμοια, που ουδέποτε σκέφτηκαν, σαν το αγιογραφικό…, ότι πιθανόν θα έπρεπε να αμφισβητήσουν προγραμματικά, σαν το αγιογραφικό…, τους εαυτούς τους όταν θα καταλάμβαναν την εξουσία και θα πραγματοποιείτο ο …«χιλιαστικός» τους πόθος να ζήσουν τον παράδεισο επί γης.[…]

Έξοδος

[…] Στη δοκιμιακή αυτή βιβλιοκρισία πρότεινα και μια θεολογική στάση, έναν τρόπο θεολογίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η θεολογία που εκφράστηκε νομίζω έχει βάση πραγματική. Αν όχι, ένα είναι σίγουρο: η θεολογία αυτή έχει στηθεί με την υική ιδιότητα, ελεύθερα, με αγάπη, σεβασμό και δημιουργική υπ – ακοή. Πιθανόν όλα όσα γράφω εδώ να είναι εσφαλμένα. Να επιδέχονται απορριπτική κριτική, βάσει θεολογικών αντεπιχειρημάτων. Ωστόσο, η πρόθεση για αλήθεια, σχέση εν αληθεία και ελευθερία και η ειλικρίνεια των ερωτημάτων μου δεν είναι «εσφαλμένη» ή πλαστή. Μπορεί οι ιδέες/απόψεις που γενικότερα εμπεριέχονται σ’ αυτή τη βιβλιοκρισία να είναι μια σκέτη ανοησία. Όμως, θα ρωτούσα, δεν αισθάνεται ο αναγνώστης έναν ελεύθερο, πελαγίσιο αέρα μόνο και μόνον εξαιτίας της διατύπωσης ερωτημάτων εν υική, παιδική ελευθερία εκφραζομένων, που αυτή η (αυτονόητη) διάθεση να μην πάψεις να είσαι υιός Πατρός φροντίζει να θέτει; Δεν ευωδιάζει, ελπίζω, εδώ αξιοπρέπεια και καθάριο βλέμμα προς…; Δεν μετέχονται, εν τη ελευθερία των τέκνων του Θεού, εν τη ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου, εκείνα τα υικά «ινατί με εγκατέλιπες;» (βλ.Ματθ.27.46, Μαρκ.15.34), «παρελθέτω…» (βλ.Ματθ.26,39) (μαζί ΑΣΦΑΛΩΣ και πρωτίστως με το «ουχ ως εγώ θέλω…») που συνιστούν, τρόπον τινά, τη θεμελίωση της θεολογίας (=στάσης, σχέσης) των υιών; Εκτός κι αν η υική σχέση (=θεολογία των υιών, ακριβώς επί τη βάσει ότι είναι σεβαστό πρόσωπο, έως θανάτου, εν ελευθερία (και με την προοπτική της κενώσεως βεβαίως) ο υιός) στην οποία αναφέρεται ο Χριστός «ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς» και «ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε» (βλ. Ματθ.5,45 Ιω.15,14-15) αλλά και ο ψαλμωδός «ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ ῾Υψίστου πάντες» (βλ.Ψαλμ.81,6) είναι… περιορισμένη (!) ώστε να δίδει, από ένα σημείο και πέρα, τη θέση της στο …δούλο και την τυφλή και φοβική (= εκτός αγάπης, βλ. επ’ αυτού το «φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλά η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη», Α΄Ιω.4,18 η έμφαση δική μου) υποταγή του.[…]


ΠΗΓΗ: ΣΤΑΘΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ: ΜΑΧΙΜΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ [Μια δοκιμιακή βιβλιοκρισία εν είδει αφιερώματος στη θεολογία της Σπ. Αθανασοπούλου-Κυπρίου] www.academia.edu | Πλήρες κείμενο

Ο Στάθης Κομνηνός σπούδασε κλασική φιλολογία και έχει εξειδίκευση στις σημιτικές γλώσσες (αραβικά, εβραϊκά, συριακά/αραμαϊκά). Παράλληλα, έκανε μουσικές σπουδές στη θεωρία, αρμονία και αντίστιξη, καθώς και στην ανατολική μουσική (ελληνική/βυζαντινή). Είναι ποιητής, μεταφραστής, αρθρογράφος, κριτικογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ερευνητής. Έχει συμμετοχή σε πολλά συνέδρια, κυρίως σε ό,τι αφορά τη διερεύνηση των σχέσεων θετικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Μεταφράζει από και προς 12 γλώσσες και έχει συνεργαστεί με πλήθος εκδοτικούς οίκους και έντυπα ή ηλεκτρονικά περιοδικά (Παπαδήμας, Δόμος, Παρουσία, Ακρίτας, Λιβάνης κλπ κι επίσης ΝΕΜΕΣΙΣ, Κουκούτσι, Πρωτάτον, Τόλμη, Φρέαρ, Διάστιχο, Βακχικόν, Litteraterra, Ηνιοχείν, Fractal κλπ).

Επιλογή-Επιμέλεια: Κωστής Παπαζάκ, Ευθύμιος Λέντζας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: