Γεωργία Ξανθοπούλου | Ο άνθρωπος με το σταματημένο ρολόι

Την Κυριακή! Θα τα πούμε την Κυριακή! Σας περιμένω όλους!» φώναζε εύθυμα.
«Τι θα γίνει την Κυριακή;» κάποιος συνήθως βρισκόταν να ρωτήσει με περιπαιχτική διάθεση.
«Δεν το ξέρεις; Την Κυριακή παντρεύομαι!» απαντούσε περιχαρής, και συνέχιζε τον δρόμο του διατυμπανίζοντας την ευτυχία του.

Αυτός άνθρωπος είχε κάποιο όνομα, αλλά οι μεγαλύτεροι το είχαν ξεχάσει και οι νεότεροι δεν το έμαθαν ποτέ. Είχε, επίσης, την εξής ιδιαιτερότητα: έφερε πάντα κρεμασμένο στον λαιμό του ένα ρολόι σταματημένο ακριβώς στις 6:00. Αυτό το χαρακτηριστικό του υπερκάλυπτε όλα τα υπόλοιπα. Ήταν, λοιπόν, ο άνθρωπος με το σταματημένο ρολόι.

Τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας, εκτός από την Κυριακή, περιφερόταν στους δρόμους της πόλης χαρούμενος, γελαστός, ευδιάθετος. Απευθυνόταν στους πάντες με εγκαρδιότητα και τους προσκαλούσε να γίνουν κοινωνοί της χαράς του. Μιλούσε γρήγορα, βημάτιζε βιαστικά. Υπάκουε σε έναν εσωτερικό του ρυθμό. Τα λεπτοκαμωμένα άκρα του επιμηκύνονταν και συρρικνώνονταν χωρίς σταματημό. Βρισκόταν σε υπερδιέγερση, σχεδόν χόρευε.

Εκείνη την Κυριακή είχε ξυπνήσει από νωρίς. Έβγαλε το ρολόι από το λαιμό του, για να πλυθεί, το ακούμπησε ευλαβικά στο τραπέζι. Πήρε τον καφέ του στο καθιστικό, περιμένοντας τον χρόνο να κυλήσει. Παρατηρούσε το φως που διαχεόταν από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες: πως αναδείκνυε πτυχές από μικροαντικείμενα που ποτέ πριν δεν είχε προσέξει· πως αντανακλούσε πάνω στις γυάλινες επιφάνειες, και χρωμάτιζε τον χώρο με μικρά ουράνια τόξα. Περισσότερο, όμως, του άρεσε η αίσθηση της θερμότητας στο κουρασμένο του σώμα. Ξαπλωμένος στο πάτωμα, απολάμβανε τον τρόπο που οι πόροι του δέρματός του διαστέλλονταν και απορροφούσαν τη ζέση του ήλιου. Τίποτα δεν τον τάραζε. «Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα» συλλογιζόταν και αποκοιμήθηκε.

Όταν χάθηκε κάθε ικμάδα φωτός· τινάχτηκε αναστατωμένος. Η έκφραση ευτυχίας έδωσε τη θέση της στην απόγνωση. «Τίποτα δεν συνέβη. Τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί.» Του ήταν πια ξεκάθαρο.

Ξεδίπλωνε τις σκέψεις του μία μία, τοποθετούσε μέσα τις πλάνες του και κομματάκι κομματάκι γκρέμιζε ολόκληρο τον κόσμο του, ώσπου τελικά βρισκόταν μόνος σε μία έρημο. Ο νους του φλεγόταν. Η καρδιά του παλλόταν τόσο γρήγορα που νόμιζε ότι θα εκραγεί. Υπό το βάρος της επίγνωσης, ότι τίποτα δεν συνέβαινε, σχηματίζονταν ρωγμές στα θεμέλια του μυαλού του, από όπου ξεπηδούσε ορμητικά η παραφροσύνη και κυρίευε τα πάντα στο κεφάλι του. Το έσχατο σημείο της επίγνωσής του ήταν και η απαρχή της παραφροσύνης του.

Το επόμενο πρωί τον βρήκε εξαντλημένο να κοιμάται στο πάτωμα. Το κορμί του τον πονούσε. Παρόλα αυτά, ξύπνησε ευδιάθετος. «Η φυσική φθορά είναι υγεία» σκέφτηκε, για να παρηγορηθεί. «Δευτέρα σήμερα!»

Φρόντισε τον εαυτό του, τακτοποίησε το νοικοκυριό του. Φόρεσε στο λαιμό του το σταματημένο του ρολόι και ξεχύθηκε στους δρόμους, να διαλαλήσει τη χαρά του. Η μεγάλη μέρα για αυτόν πλησίαζε και προσκαλούσε τους πάντες να τη γιορτάσουν μαζί του.

«Την Κυριακή! Θα τα πούμε την Κυριακή! Σας περιμένω όλους!»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: