Γιώργος Λ. Οικονόμου | VII ποιήματα

(I)
ΕΝΑ ΜΕ ΤΗ ΣΚΟΝΗ
Ύστερα
δεν είπα τίποτα.
Άφησα μόνο
ο κουρνιαχτός να κοπάσει
κι έγινα ένα με τη σκόνη.
Ένας αέρας να φυσήξει
και θα σηκωθώ.


(II)
ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΜΟΥ
…γι’αυτό σου λέω.
Μην τις λυπάσαι
τις πληγές μου,
σημάδια είναι.
Να με αναγνωρίζει
η αγάπη μου
όταν – κατά καιρούς –
χάνομαι.


(III)
Ο ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ
Μας χωρίζει ο διάδρομος.
Μακρύς
κι οι καθαρίστριες
κάθε πρωί ρίχνουν νερά
να περάσω δε μ’ αφήνουν
όσο δε λέει να στεγνώσει.
Αυστηρές μαζί μου
ούτε μου περνάει απ’το μυαλό
να τις παρακούσω.
Άλλωστε ποιός ειμ’ εγώ;
ένας ακόμα τρόφιμος…


(IV)
ΤΑ ΠΟΙΜΑΤΑ ΜΟΥ
Τα ποιήματά μου μοναχικά
και λυπημένα
μα η ψυχή μου ήσυχη
αφού κατάφερα
και τα ‘βγαλα στο φως.
Με τον καιρό
θα βρουν κι αυτά
τον άνθρωπό τους.


(V)
ΓΙΑ ΕΝΑ ΧΑΔΙ
Ένα αόρατο χέρι
βουτάει μέσα μου
κι ανασύρει
απ’ τα μύχια της ψυχής.
Ένα αόρατο χέρι
βάλθηκε σώνει και καλά
να με γυμνώνει μπροστά σας
προσμένοντας απόκριση.
Γιατί
για ένα χάδι γράφονται τα ποιήματα
για μια αγκαλιά οι ζωγραφιές.


(VI)
ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΛΟΥΣΙΟΙ
Ήμασταν πλούσιοι εμείς
δυο ντιβάνια τρεις καρέκλες
κι ένα τραπέζι στο σαλόνι μας
μεγάλη η σαλοτραπεζαρία
γίνονταν γήπεδο
όταν ερχόταν ο Δημήτρης
κι οι κάλτσες μπάλα.
Ήμασταν πλούσιοι εμείς
είχαμε ψηστιέρα, ραδιόφωνο
κι ολοκαίνουργιο ψυγείο
μια σκάφη να πλένουμε τα ρούχα μας
και τα κορμιά μας απόγευμα Σαββάτου
κι ένα καλαθάκι με μακρύ σκοινί
ν’ ανεβαίνουν τα ψώνια στον τρίτο
το καλοκαίρι φορούσα πέδιλα
δεν κόβαμε τις μύτες των παπουτσιών
για να χωράν τα δάχτυλα
μα κι αυτοί που το ’καναν
φίλοι μας ήταν.
Ένα ποτήρι νερό.
Μια φέτα ψωμί
με λίγη ζάχαρη επάνω.
Έφταναν αυτά.
Να συνεχίσουμε.
Το παιχνίδι μας.
Ήμασταν πλούσιοι εμείς
είχα τετράδια καπλαντισμένα
με μπλε κόλλα ατσαλάκωτη
ωραία ξυσμένα μολύβια Faber
και μια πεντάτομη εγκυκλοπαίδεια
«ο σύμβουλος των νέων»
τα άπαντα του Παπαδιαμάντη
κι έναν Άτλαντα Γεωγραφίας
όλο τον κόσμο γύρισα με το Ρούσσο 
στο παιχνίδι με τις πρωτεύουσες.
Ήμασταν πλούσιοι εμείς
μαμά δασκάλα με σταθερό μισθό
κι ήμουν περήφανος γι’ αυτό
χαρούμενο παιδί, τραγουδούσαμε όλη μέρα
«τα τραίνα που φύγαν»,
«Τη Υπερμάχω»
δεν έλεγα ψέματα ποτέ
μόνο την ανεργία του πατέρα μου
έκρυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι.


(VII)
ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΩ ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ
Σε αναγνωρίζω αδερφέ μου.
Απ’ την ορφάνεια που κρύβεις στην τσέπη σου.
Από την αδιαφορία για το λερωμένο σου εσώρουχο.
Απ’ το σταυρουδάκι το βαφτιστικό
που κρατάς σφιχτά στα χέρια.
Σε αναγνωρίζω αδερφέ μου.
Από τα λερωμένα νύχια.
Από τα κιτρινισμένα αποκόμματα εφημερίδων.
Που φυλάς πλάι στο εικονοστάσι.
Μα πιο πολύ
απ’ το ξεδοντιασμένο σου χαμόγελο.
Όταν μιλάς για κείνο το γκολ του Σιδέρη στην Τούμπα.
Εννιά χρονώ παιδί
Ηρακλής- Ολυμπιακός 0-1.

ΠΗΓΗ: Γιώργος Λ. Οικονόμου «Ένα με τη σκόνη» | Εκδόσεις: Τύφρη, 2017

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: