Νίκος Λέκκας | Ο Μήτσος

Κεφάλι με πίτουρα ή ζωή γεμάτη φως

Μια ζωή, το κεφάλι του Μήτσου ήταν λειψό. Μια ζωή, η ζωή του Μήτσου ήταν μες στην ταλαιπώρια. Μια ζωή, οι σχέσεις του Μήτσου ήταν ένα συνεχές νταραβέρι. Μια ζωή, η ψυχή του Μήτσου ήταν ένα παντοτινό δόσιμο. Μια ζωή, ο Μήτσος ήταν μέσα και ταυτόχρονα έξω από τα καθιερωμένα. Μια ζωή που δεν είχε τίποτα να νοσταλγήσει· μες στην χαζομάρα.

Να διδάσκει· με κάτι το γραφικό πάνω του: λίγο γυρολόγος, λίγο μπετατζής, με μεγάλη ιδέα γα τον εαυτό του. Και δεν ήθελε να ‘ναι τίποτα· μόνον να τον ακολουθούν, και να τον σέβονται που κατάφερε να έχει γραμμένο κάθε κοινωνικό πρεστίζ: να τη βρίσκει με τα γυφτάκια και τα τουρκογύφτικα τραγούδια· να κατεβάζει τελάρα· να τον έχει παρατήσει η γυναίκα του, κι η κόρη να ‘ναι συνεχώς γκαστρωμένη, κυρίως από γύφτους· να ζει σ’ ένα σπίτι χωρίς ρεύμα και νερό, με έπιπλα ετοιμόρροπα χωρίς κουρτίνες, και να γυρίζει με τραβέλια· να πρήζει τα αρχίδια του κόσμου· να μιλά αφασικά, και να δίνει το είναι του γι’ αυτούς που τον πρόδωσαν· να τα πάει καλά με τους μπάτσους· να σέβεται τον Κασιδιάρη την ίδια στιγμή που μεθοκοπούσε με πακιστανούς, και να τους θεωρεί αδέρφια, με τα ίδια δράματα· να πονά για τις απουσίες, κυρίως της μάνας· να μην θεωρεί προνόμιο τις παρουσίες· να μην πλένεται ποτέ, και να έχει ονειρώξεις για επώνυμους· να μίλα με μια γλώσσα μαγκιάς, δικής του επινόησης· να νιώθει κουρασμένος από τη ζωή, χωρίς να το παραδέχεται —θεωρούσε ότι οι μάγκες δεν κουράζονται ποτέ.

Ώρες ώρες, να θέλει υποσυνείδητα να έχει μια κανονικότητα που όμως δεν τη γνώρισε πότε: να θέλει να επιστρέψει στο τσεμπέρι της τρελής μάνας του· να θέλει να χτυπά τις γυναίκες όπως έδερνε ο αλκοολικός χαρτοπαίχτης πατέρας τη μάνα του, αλλά ξέρει —κι ο γέρος το ‘ξερε— ότι μόνον τον εαυτό του χτυπούσε· να έλκει όλα τ’ αντίθετα· να ζει ως ντροπή, και να μην το ξέρει.

Και στα μεθύσια του, να μην αναζητά τίποτα παραπάνω από αυτά που έχει· ένα δικό του απόλυτο, πολύ κοντά στο τίποτα. Να αναζητά τη γεύση της ζωής μόνον στα σάλια που κρέμονται· και να πιστεύει ότι νιώθει —την ίδια στιγμή που ήξερε ότι άλλη επιλογή από το μουδιασμένο αίσθημα δεν είχε. Να καταλαβαίνει και να αισθάνεται το πάθος, μ’ έναν τρόπο που το καταλαβαίνουν και το αισθάνονται μόνον οι λαϊκοί.

Artwork: © Alexandra Mantzari

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: