Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου | Μια εισαγωγή στον Rimbaud

Απόσπασμα

Στις 7 Ιουλίου 1872, ο Αρθούρος Ρεμπώ, ηλικίας 18 χρονών, αποφασίζει να φύγει για το Βέλγιο. Ο Βερλαίν εγκαταλείπει τη γυναίκα του και τον ακολουθεί. Ταξιδεύουν μαζί στην Αγγλία, όπου και ζουν μέσα σε μια φοβερή μιζέρια. Ο Βερλαίν συνέρχεται από την έμμονη σκέψη της δίκης που τον απειλεί μετά από τις ίδιες αυτενέργειες της γυναίκας του στο Παρίσι. Ο Ρεμπώ τον εγκαταλείπει, περί τα τέλη Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, ύστερα από επίμονες πιέσεις της μητέρας του που φοβόταν μήπως ο γιός της εμπλακεί σε αυτή τη δίκη διαζυγίου. Η καινούργια χρονιά τον βρίσκει στη Σαρλβίλ, στη γενέτειρά του πόλη. Αυτό το εξάμηνο μιας ηλεκτρισμένης συμβίωσης σε ξένο τόπο και μέσα στην αθλιότητα, θα ‘λεγε κανείς, πως επιτάχυνε αποφασιστικά την ωρίμανση του ποιητή. Από την Αγγλία αρχίζει ήδη να γράφει τα πρώτα ποιήματα των Εκλάμψεων, χωρίς ακόμη να έχει βρει τον γενικό τίτλο. Το ποιητικό αυτό βιβλίο, σαράντα δύο συνολικά ποιήματα, θα τελειώσει σύμφωνα με νεότερες έρευνες το 1875, τρία χρόνια αργότερα. Ωστόσο έπρεπε να περάσουν άλλα έντεκα, για να εκδοθεί από τον Βερλαίν.

Τι ήταν ο 18χρονος Ρεμπώ όταν πρωτοάρχισε να γράφει τις Εκλάμψεις του; Παιδί μιας οικογένειας μικροκτηματιών, στη Σαρλβίλ στις Αρδέννες κοντά στα γαλλοβελγικά σύνορα. Στο γυμνάσιο της κωμόπολης των 25.000 σήμερα κατοίκων με τα εργοστάσια μεταλλουργίας και τον γκρίζο ουρανό, είχε ήδη διαπρέψει σαν στιχουργός λατινικών στίχων. Στο μάθημα της ρητορικής είχε καθηγητή τον Georges Izambard· νέο και ζωντανό άνθρωπο φιλελευθέρων αρχών που τον ενθαρρύνει στο γράψιμο, και γίνεται έμπιστο φίλος του.

Το 1870, αρχίζουν οι σπασμωδικές προσπάθειες μιας φυγής με κατεύθυνση το Παρίσι· αργότερα τις Βρυξέλες. Έναν χρόνο μετά ξαναφεύγει στο Παρίσι· θα γυρίσει πίσω στη γενέτειρά του. Καταβροχθίζει στη βιβλιοθήκη της πόλης του, τους Γάλλους ουτοπιστές. Παρακολουθεί από μακριά τα γεγονότα της πρωτεύουσας. Στις 18 Μαρτίου, με την εγκαθίδρυση της Κομμούνας, ο Ρεμπώ δεν παύει να εκδηλώνει τον ενθουσιασμό του, και λέγεται ότι εντάσσεται –πράγμα εξακριβωμένο– στα ελεύθερα σώματα. Υπάρχουν ωστόσο πολλά του ποιήματα που εκφράζουν ένα πάθος γι’ αυτήν την άξαφνη, μα αλίμονο εύθραυστη αλλαγή που άνοιξε τον δρόμο της τρίτης δημοκρατίας. Τον φθινόπωρο του ίδιου χρόνο –γεγονός επίσης αποφασιστικής σημασίας– ο Ρεμπώ στέλνει στον Βερλαίν ποιήματά του. Ο τελευταίος ενθουσιάζεται και τον προσκαλεί στο Παρίσι, όπου ο νεαρός γίνεται σε όλους αντιπαθής εξαιτίας του δύσκολου χαρακτήρα του. Επιστρέφει στις Αρδέννες, απ’ όπου οι δυο ποιητές ξεκινούν το ταξίδι της Αγγλίας.

Λίγο αργότερα, ο Ρεμπώ αρχίζει το Μια εποχή στην Κόλαση, βιβλίο συγκροτημένο με σοφία και αρχιτεκτονική γραμμή. Θα τελειώσει πολύ πιο γρήγορα από τις Εκλάμψεις. Έργο ευρύτερης πνοής, πιο προχωρημένο και γραμμένο με κάποια ανομοιογένεια.

Το επεισόδιο του πυροβολισμού και του τραυματισμού του, από τον Βερλαίν, και η φυλάκιση του δεύτερου θα επιταχύνουν τις εξελίξεις. Θα συναντηθούν οι δύο τους, για τελευταία φορά, μόλις αποφυλακιστεί ο Βερλαίν, στα 1875, στη Στουτγάρδη. Στην ψυχρή και ηλεκτρισμένη αυτή συνάντηση, ο Ρεμπώ θα του παραδώσει τα χειρόγραφα των Εκλάμψεων.

Μετά, αρχίζουν οι αδιάκοπες μετακινήσεις, τα ταξίδια, οι απόπειρες να στεριώσεις και να ευδοκιμήσει κάπου: Αυστρία, Ολλανδία, Μπατάβια, Βρέμη, Αμβούργο, Σουηδία, Γαλλία, Ελβετία, Γένουα, Αλεξάνδρεια, Κύπρος, Αίγυπτος, Άντεν, Χαρά της Αιθιοπίας και πάλι Άντεν. Εργάζεται ως υπάλληλος σ’ έναν εμπορικό οίκο που ασχολείται με δέρματα και καφέ. Αποπειράται να πουλήσει όπλα. Διευθύνει ένα εμπορικό πρακτορείο –είναι όμως ανυπόστατο ότι ασχολείται με το δουλεμπόριο.

Τον Φεβρουάριο του 1891, του παρουσιάζεται ένας καρκινώδης όγκος στο γόνατο, τραυματικής προελεύσεως που επιδεινώνεται από μια παλιά σύφιλη. Φεύγει για τη Γαλλία, και στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου πεθαίνει σε νοσοκομείο της Μασσαλίας, σε ηλικία 37 ετών.

Στις 13 και 15 Μαΐου 1871, ο Ρεμπώ, ήδη 17 χρονών, γράφει δύο σημαντικά γράμματα. Το ένα στον καθηγητή Izambard και το άλλο, στον φίλο του ποιητή Denemy, όπου εκφέρει τις καινούργιες του ποιητικές θεωρίες του. Οι δύο αυτές επιστολές γράφονται ακριβώς δύο μήνες μετά την εγκαθίδρυση της Κομμούνας και σχεδόν ταυτόχρονα με τρία ποιήματα: Το Παρισινό πολεμικό άσμα, Τα χέρια της Ζαν-Μαρί και το Παρίσι καταιγίδα ξανά, όπου ο ποιητής, σ’ ένα κράμα, τυφλής αισιοδοξίας, παραληρήματος και μαχητικής έκστασης, αρχίζει να βλέπει.

Ο Ρεμπώ φιλοδοξεί μέσα σ’ ένα γράμμα να ανατρέψει μια αντίληψη της ποίησης που κράτησε, λέει: 2.000 χρόνια μετά από την Αρχαία Ελλάδα, η ποίηση κατάντησε ομοιοκατάληκτη πρόζα μέχρι τις μέρες μας. Το όνομα του Casimir Delavigne είναι ενδεικτικό. Πρόκειται για μια διάσημη ασημαντότητα της εποχής. Στιχοποιός σήμερα, ολότελα ξεχασμένος. Η κριτική του αυτή, έχει βέβαια, όπως φαίνεται μετά, και τον χαρακτήρα μιας αυτοκριτικής, δεδομένου ότι ο Ρεμπώ, τουλάχιστον στη μορφή, ακολουθούσε μέχρι τότε παραλλαγμένους εκφραστικούς τρόπους. Έναν χρόνο μετά, θα γράψει τα πρώτα ποιήματα των Εκλάμψεων, σε ελεύθερο στίχο, αν και στο Μια εποχή στην κόλαση, παρεμβάλλονταν και ομοιοκατάληκτα ποιήματα, για να καταλήξει οριστικά στο πεζό ποίημα.

«Γιατί εγώ, είναι ένα άλλος» γράφει πιο κάτω. Η πολυσυζητημένη αυτή φράση επεξηγείται από τη εικόνα: ο χαλκός θα γίνει σάλπιγγα αλλά και δοξαριά, και αναφέρεται στην ποιητική έμπνευση. Θα πρέπει να περάσουν αρκετά ακόμη χρόνια για να αναπτυχθεί η θεωρία συστηματικά πια από το Marcel Proust που θα γράφει πως: «ένα βιβλίο είναι το προϊόν ενός άλλου εγώ, διαφορετικού από αυτό που εκδηλώνεται μέσα στις συνήθειές μας, μέσα στην κοινωνία, μέσα στα βίτσια μας.»

Ο Ρεμπώ μεγάλωσε σε μια δύσκολη εποχή. Τρία χρόνια πριν γεννηθεί, το κίνημα της 2ας Δεκεμβρίου 1851 έθετε οριστικά ένα τέλος στις προσδοκίες της επανάστασης, στο τέλος του 1848. Στις 21 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, το δημοψήφισμα επιδοκίμασε τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα Βοναπάρτη για τις ενέργειές του, και του έδωσε την εξουσία για έξι χρόνια. Στην πραγματικότητα η αυτοκρατορία ήταν ήδη ένα γεγονός. Τον ίδιο Δεκέμβρη, ο Βίκτωρ Ουγκώ περνά τα σύνορα –κινδύνευε να συλληφθεί για απόπειρα εξεγέρσεων του λαού του Παρισιού– και πηγαίνει στις Βρυξέλλες· μετά στα δύο νησάκια, της αυτοεξορίας του, στη Μάγχη. Η χρονική περίοδος που έπρεπε να περιμένει ήταν μακρά· δέκα εννιά ολόκληρα χρόνια. Γράφει την Ιστορία του εγκλήματος και έναν λίβελο Τον Ναπολέοντα τον μικρό. Τέλος γράφει και τις Τιμωρίες του, όπου: σάτιρα, εποποιία και λυρισμός εκτονώνουν ένα αίσθημα μίσους και οργής για τον τύραννο, όπως τον αποκαλεί. Για το βιβλίο αυτό μιλάει ο Ρεμπώ στην επιστολή του, το 1871.

Στα 1868 ο Ρεμπώ είναι ήδη δέκα τεσσάρων ετών. Διακρίνεται στο σχολείο, και παρουσιάζει μια πρώιμη ωριμότητα που του επέτρεψε, σύμφωνα με το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, να πηδήξει τάξη. Ωστόσο δεν έχε ακόμη αποκτήσει πολιτική συνείδηση. Την ίδια χρονιά απευθύνει, κρυφά, ένα γράμμα με λατινικούς στίχους στον αυτοκράτορα. Σε ηλικία δέκα έξι χρόνων δημοσιεύει το πρώτο γνωστό ποίημά του, «Οι μποναμάδες των ορφανών», στο περιοδικό «Η επιθεώρηση για όλους». Τον ίδιο χρόνο έρχεται ο καθηγητής Izambard να διδάξει στο Lycée της Σαρλβίλ. Εκείνος θα τον μυήσει στον Rabelais, στον Hugo, στον Banville. Η κήρυξη του πολέμου με την Πρωσία τον εμπνέει. Γράφει το ποίημα «Νεκροί του ‘92», και αρχίζουν οι αποδράσεις προς το Παρίσι.

Αυτά τα στοιχεία, όπως και άλλα μικρότερης σημασίας μας επιτρέπουν να δούμε, τι ήταν αυτό που τον έκανε να στραφεί στην Κομμούνα. Απένταρος πάντα, προσωπικά ο ίδιος, εξαιρετικά ευαίσθητος, μέσα σ’ ένα καταθλιπτικό βιομηχανικό τοπίο, τύπου 19ου αιώνα ―είναι τυχαίο που τις ίδιες αυτές χρονιές ο Ζολά, χαράσσει το πλάνο του κύκλου Les Rougon-Macquart;― ο Ρεμπώ, ευπατρίδης μιας πεδιάδας με λιτό ουρανό, όπως γράφει σ’ ένα ποίημα των Εκλάμψεων, μέσα σ’ ένα χαμηλοτάβανο και περιχαρακωμένο κόσμο, το υπόγειό μου σαλόνι, ωριμάζει μέσα από τη φυγή.

Ο καθηγητής του Izambard τον μυεί στα σύγχρονα λογοτεχνικά ρεύματα, στον κύκλο των Παρνασσιστών. Διαβάζει ό,τι του τύχει, αλλά ρουφά τους Γάλλους ουτοπιστές και τα βιβλία περιπετειών. Η γεωγραφία πάντα των θέλγει. Στο υλικό των «Τιμωριών», βρίσκει την απέχθεία του προς ένα απολυταρχικό καθεστώς που είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στους Παρνασσικούς, την αγάπη για την αποκρυστάλλωση και τη δουλεμένη ποιητική φόρμα. Τέλος, στον Μπωντλέρ, συνειδητοποιεί ένα μυστικό πάθος που το καλλιεργεί ταυτόχρονα πλατιά και λελογισμένα. Αυτό θα τον κάνει ομοφυλόφιλο, χωρίς πιθανόν να είναι, και επιρρεπής στα ναρκωτικά. Αυτό το ίδιο θα τον οδηγήσει στα αδιάκοπα σπασμωδικά ταξίδια, στην τέλεια αποχή του από τη λογοτεχνική πιάτσα του Παρισιού –αν εξαιρέσουμε μια μικρή περίοδο με τον Βερλαίν στο Παρίσι- τέλος, στην παντοτινή σιωπή του.

Και ο κομμουνιστής και ο μεταφυσικός και οι περιλάλητες υπαρξιακές του αγωνίες και η μεταστροφή του στον χριστιανισμό: όλα σχήματα, σχήματα και τίποτε άλλο. Είναι γνωστή η επιρροή των καθολικών στις βόρειο ανατολικές επαρχίες της Γαλλίας. Η οικογένειά του, η μητέρα και κυρίως οι αδερφές· καθολικές μέχρι τα μπούνια. Η αδερφή του Ιζαμπέλα είναι μια από τους υπεύθυνους της πλασμωδικής του μεταστροφής. Στο βιβλίο της, επιχειρεί να δημιουργήσει το οδοιπορικό μετανοίας ενός αμαρτωλού. Φυσικά, με βάση το «Μια εποχή στην κόλαση», κανένας δεν την παίρνει πια στα σοβαρά. Τέλος μια εκπαίδευση ναπολεόντεια, λαμπρό αμάλγαμα των συναισθημάτων της γαλλικής επανάστασης με τις πιο συντηρητικές μορφές κοινωνικού βίου· όλα αυτά υποθάλπουν την εσωτερική ανταρσία, αλλά και τα φοβερά πλέγματα της ενοχής. Με αυτά τα τελευταία θα επιχειρήσουν οι Βερλαίν και Κλοντέλ που επέμειναν να δικαιώσουν τον εαυτό τους σε μια ιδιοσυγκρασία τόσο διαφορετική από τη δική τους -κάτι το αδιανόητο σήμερα- την πλήρη διαστρέβλωση ενός περίπλοκου ανθρώπινου μηχανισμού. Η χαριστική βολή δόθηκε όταν κατέπεσε η άποψη πως το «Μια εποχή στην κόλαση», έργο υποτίθεται μετανοίας, είναι το τελευταίο, άρα και η φυσική κατάληξη του ποιητή. Η έρευνα απέδειξε ότι το Εκλάμψεις είναι το τελευταίο του έργο. Ο καθηγητής Étiemble, με αρκετά πειστικά επιχειρήματα, υποστηρίζει ότι το βιβλίο αυτό γραφόταν μέχρι το 1876. Πράγματι μόνο οι Εκλάμψεις θα μπορούσε να είναι ένα τελευταίο βιβλίο με ποιήματα που προετοιμάζουν την πιο φοβερή μορφή θανάτου για έναν δημιουργό: την εκούσια παραίτηση από το δικαίωμα να γράφει, δηλαδή την επιβίωση πέρα από τον ουσιαστικό εαυτό του, μεταβάλλοντάς τον σ’ έναν ζωντανό νεκρό. Στις Εκλάμψεις ενορχηστρώνονται δοξαριές, λογής-λογής: ενοχή σχέσεων και συνείδησης ιστορικής προοπτικής, η έρευνα του αγνώστου, ταξίδια, υπερθετικός κόσμος και αμείλικτη κοινωνική κριτική στο ποίημα Παράτα […]

Ένα κείμενο του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου γραμμένο στη Θεσσαλονίκη στις 30 Σεπτεμβρίου του 1970

ΠΗΓΗ: © Giorgos Chronas Official | Μια ΕΙΣΑΓΩΓΗ στον ΡΕΜΠΩ του ΝΙΚΟΥ ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ (20-03-2016)

Απομαγνητοφώνηση-Επιμέλεια: Κωστής Παπαζάκ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: