Πασχάλης Κατσίκας | Αλκυονίδες μέρες

στον παιδικό φίλο Χρήστο Λ.

Στα συνολικά τριανταπέντε χρόνια της ζωής του, δύο ήταν οι πιο αγωνιώδεις εβδομάδες που επανειλημμένα τον είχαν στιγματίσει. Κατά τα παιδικά του χρόνια, η τελευταία εβδομάδα πριν κλείσουν τα σχολεία και, τα τελευταία δύο που παντρεύτηκε, η πρώτη εβδομάδα κάθε μήνα.

Στη διάρκεια της υποχρεωτικής του εκπαίδευσης, μέχρι να βγάλει το γυμνάσιο, εκείνη η τελευταία βδομάδα κυλούσε τόσο αργά και αγχωτικά, που κυριολεκτικά έσερνε τα πόδια από και προς το σχολείο. Ο πατέρας του, καλή του ώρα, εκείνη η ψηλή, γεροδεμένη φιγούρα, με τα μακριά χέρια και τα χοντρά δάχτυλα, τα ψημένα από τη δουλειά, δεν αστειευόταν όταν επρόκειτο για τη μόρφωση. Κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς του εφιστούσε την προσοχή στα μαθήματα, αλλά εκείνη την εβδομάδα τον απειλούσε ξεκάθαρα: «αν δεν περάσεις την τάξη, κακομοίρη μου, διακοπές μαζί μας δεν έρχεσαι». Εκ των υστέρων κατάλαβε πως ήθελε το καλό του, να μην καταλήξει αμόρφωτος εργάτης στην οικοδομή όπως εκείνος.

Έλα όμως που, μόλις έμπαινε η άνοιξη κι άρχιζε να ζεσταίνει ο καιρός, δεν μπορούσε να μαζέψει τα μυαλά του, να συγκεντρωθεί στο διάβασμα. Γι’ αυτή την κατάσταση κατηγορούσε εκείνο το παλιό τροχόσπιτο, που είχαν φέρει οι γονείς του από τη Γερμανία. Εκεί γεννήθηκε κι αυτός και η αδερφή του, παιδιά μεταναστών της δεκαετίας του ’60. Επέστρεψαν στην πατρίδα μόλις έκλεισε τα επτά, ειδικά για να παρακολουθήσει το ελληνικό σχολείο και να πάρει ελληνική παιδεία.

Μετά τις διακοπές του Πάσχα, καθημερινά, όταν επέστρεφε το μεσημέρι και πέρναγε την αυλόπορτα, σαν να το άκουγε να τον φωνάζει από την άλλη άκρη της αυλής. Το είχαν τοποθετημένο όλο το χειμώνα πρόχειρα πάνω σε τάκους, εκτεθειμένο, μην φανταστείτε κάτω από κάποιο υπόστεγο.  Το πλησίαζε και το επιθεωρούσε περιμετρικά. Έλεγχε αν εξαπλώθηκε η σκουριά, έσκυβε και κοίταγε από κάτω τον άξονα, λες και ήξερε τι έψαχνε. Γύριζε τους τροχούς, ακουμπούσε το αριστερό του χέρι στο σαγόνι, όπως κάνουν οι μεγάλοι, και με σοβαρό ύφος αποφαινόταν: «δεν θέλει τίποτε, ένα φουσκωματάκι μόνο στα λάστιχα γιατί έκατσαν από την ακινησία». Όταν θα έφτανε εκείνη η εβδομάδα, με τον πατέρα θα το καθάριζαν μέσα έξω, θα το γρασάριζαν όπου χρειαζόταν και θα ήταν έτοιμο να το κοτσάρουν στο αγροτικό το απόγευμα της μέρας που θα έκλειναν τα σχολεία.

Κάθε καλοκαίρι το μετακινούσαν περίπου είκοσι χιλιόμετρα —δεν θα άντεχε άλλωστε περισσότερα— και το έστηναν σε ένα ελεύθερο κάμπινγκ στην παραλία της Αλκυόνας. Δεν θυμόταν πως ξεκίνησε και καθιερώθηκε αυτό, αλλά πάρα πολλοί από τους μεροκαματιάρηδες ανθρώπους της πόλης έκαναν το ίδιο. Καταλάμβαναν κατά μήκος την παραλία και παραθέριζαν εκεί μέχρι την τελευταία ημέρα του Αυγούστου. Την επομένη σαν να έπεφτε βόμβα, μέσα σε λίγες ώρες εξαφανιζόταν εκείνος ο αυτοσχέδιος οικισμός. Επέστρεφαν στην πόλη, ώστε στις δύο βδομάδες που μεσολαβούσαν μέχρι του Σταυρού που άνοιγαν τα σχολεία, να γίνει από τα παιδιά η απαραίτητη επανάληψη της ύλης.

Τον ενοχλούσε αφάνταστα αυτή η σκληρή στάση του πατέρα. Μα καμία κατανόηση επιτέλους; Αφού του εξηγούσε για ποιο λόγο δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, ας τον δικαιολογούσε λιγάκι στις δασκάλες. Είχε τόσα πράγματα να σκεφτεί ως εκείνο το απόγευμα που θα αναχωρούσαν και σε άλλα τόσα να δώσει λύση. Κατ’ αρχάς τον απασχολούσε αν θα κατάφερναν να έρθουν οι καλύτεροί του φίλοι, ο Χρήστος, ο Ανδρέας κι ο Νίκος. Βλέπετε οι γονείς τους τα έφερναν δύσκολα βόλτα. Στις οικογένειες εκείνων εργαζόταν μόνο ο πατέρας —αυτός ήταν τυχερός, δούλευε και η μάνα του— οπότε τα οικονομικά τους ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Είχε να δουλέψει το υφάκι που θα κρατούσε εμπρός στους καινούριους μικρότερους παραθεριστές, μην του πάρουν τον αέρα. Έπειτα έπρεπε να βρει τρόπο να τους φτάσει στο μαύρισμα, αφού ήταν όλοι μελαχρινοί κι αυτός κάτασπρος σαν τη μάνα του. Να σκαρφιστεί νέες τεχνικές στην κολύμβηση για να τους ξεπεράσει στον αγώνα ως τις σημαδούρες. Τελευταίο και πιο σημαντικό, να εξασκηθεί περισσότερο στο καμάκι, που το κάρφωνε όλο το χρόνο στην μπάλα με το άχυρο στην άλλη γωνιά της αυλής.

Και με τα χταπόδια τι θα γινόταν; Θα έπιανε φέτος τα περισσότερα; Κάθε χρόνο ερχόταν τελευταίος και καταϊδρωμένος. Θα παρέμεναν στις φωλιές που είχε ανακαλύψει πέρυσι ή θα μετακόμιζαν ολόκληρες οι αποικίες; Έπρεπε να αγοράσει και γαλαζάδα, να διαχειριστεί το χαρτζιλίκι του, ώστε να καταφέρει να συγκεντρώσει μια ικανοποιητική ποσότητα. Χωρίς γαλαζάδα τα χταπόδια δεν αφήνουν τις φωλιές τους, πώς θα τα καμάκωνε; Τον απασχολούσαν όλα αυτά κι ο πατέρας ανένδοτος με το διάβασμα.

Έτσι κυλούσαν τα καλοκαίρια μέχρι που μπήκε στο Λύκειο. Τότε, λέει, ήρθε η «Αλλαγή», ο κόσμος απέκτησε καλύτερες δουλειές και ζεστό χρήμα έφτανε με τη μορφή επιδοτήσεων στις τσέπες των επιχειρηματιών. Οι γονείς του εξελίχθηκαν επαγγελματικά. Ο πατέρας έγινε εργολάβος οικοδομών και η μάνα διορίστηκε στο δημόσιο. Η οικογένειά του αστικοποιήθηκε, ανήκε πια στη μεσαία τάξη. Δεν κατάλαβε ποτέ αν η απόφαση του πατέρα να μην παραθερίζουν δύο μήνες, αλλά μόνο δύο εβδομάδες σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, οφειλόταν στην οικονομική και κοινωνική τους ανέλιξη ή στην κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το σαραβαλάκι που σάπισε από τις βροχές. Βλέπετε, συνέπεσε και με την απόφαση του τότε δημάρχου να απαγορέψει το ελεύθερο κάμπινγκ στην περιοχή. Έτσι έληξαν άδοξα οι αγώνες ως τις σημαδούρες, γλίτωσαν τα χταπόδια και χάθηκε με τους φίλους, αφού φοιτούσαν σε διαφορετικά Λύκεια. Ο στόλος από τροχόσπιτα κατέληξε σε μάντρες ανακύκλωσης, στα αζήτητα. Στην παραλία της Αλκυόνας χτίστηκαν βίλες, ξενοδοχεία κι ενοικιαζόμενα.

Τελειώνοντας το Λύκειο, δεν τα κατάφερε στις πανελλαδικές και έτσι δεν εκπληρώθηκαν τα όνειρα του πατέρα. Κατέληξε εργάτης στη δούλεψή του, με τους καβγάδες να φουντώνουν καθημερινά, όπως πάντα συμβαίνει ανάμεσα σε γιο και πατέρα που λειτουργούν ανταγωνιστικά. Λίγο πριν τον χάσουν, όπως στα περισσότερα εργατικά παιδιά από καλή οικογένεια, του έτυχε ένα αξιόλογο προξενιό. Κόρη εμπόρου, εύπορη και κατά κοινή ομολογία ομορφούλα. Άρπαξε την ευκαιρία κι αντάλλαξε τον πατέρα με τον πεθερό για αφεντικό, καταλαμβάνοντας μια θέση στην επιχείρησή του.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ως γνωστόν, το ζευγάρι γνωρίζεται καλύτερα μετά τον γάμο, όταν ουσιαστικά φτάνει η ώρα να συζήσουν. Η έμμηνος ρύσης της ομορφούλας, ανεξήγητο πως, για επτά ημέρες τη μεταμόρφωνε. Την έφερνε σε τέτοια ψυχική κατάσταση που καταφερόταν εναντίον του με φράσεις ακατανόμαστες, όλες από Α: «Ακαμάτη, Αμόρφωτε, Άχρηστε, Αχρείε, που με πήρες για τα λεφτά του μπαμπά…», λες και δαιμονιζόταν κι έβγαιναν από το στόμα της αλήθειες δίχως ενδοιασμό.

Όπως είχε εκπαιδευτεί από τα σχολικά του χρόνια, έκανε μία εβδομάδα υπομονή περιμένοντας να έρθουν οι αλκυονίδες μέρες. Έτσι τα τελευταία δύο χρόνια, την πρώτη εβδομάδα κάθε μήνα, νοσταλγούσε εκείνο το σκουριασμένο σαραβαλάκι, αφού η σύζυγος τού έκανε τη ζωή τροχόσπιτο.

                                      Κυριακή 28-7-2019

Φωτογραφία: © ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΜΠΟΓΛΟΥ 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: