Νίκος Λέκκας | Ο Σωτήρης

Ο Σωτήρης είναι ένας περιπλανώμενος Χριστός, ένας περιπλανώμενος Ιουδαίος, μια Ζαν Ντ΄ Αρκ της πόλης, έτσι που μόνο ο Ντράγιερ την είδε. Μπορεί τα γράμματα να μην τα γουστάρει, από ποίηση να μην σκαμπάζει, ούτε καν από στιχουργική —από τους ανώνυμους του δημοτικού τραγουδιού έως το ρεμπέτικο, προπολεμικό, πολεμικό και μεταπολεμικό—, αλλά έχει ένα μάτι μες στην καλοσύνη· ό,τι πιο ουσιαστικά ανθρώπινο, πάντα μες στην μελαγχολία, μ’ ένα μάτι μαχαίρι για την πρόοδο· που μόνο πρόοδος δεν είναι χωρίς καμιά ενοχή.

Και τι είναι η πρόοδος; Θεωρείται ότι είναι το ανάποδο της κιμπαροσύνης, της ντομπροσύνης, και της αξιοπρέπειας· αλλιώς πιάνεσαι κορόιδο. Ο Σωτήρης πάντα μες στην καλοσύνη, μες στα αφροδίσια, ποτέ δεν έδωσε βάση στα κοινωνικά και ιδεολογικά καρκινώματα: γνώρισε τους πάντες και τα πάντα, και ποτέ δεν είπε κουβέντα. Γιατί η μαγκιά του ήταν ακριβώς αυτή: να χέζει την κοινωνία έτσι όπως την κατάντησε η πρόοδος, το μόνο πράγμα που θεώρησε σωστό· κι ας το πλήρωνε —ως γενιά, από τα επαναστατικά επαναστατημένα κινήματα κι από τους μεμονωμένους επαναστάτες, το μόνο που διαλέξαμε ήταν η πίκρα κι οι ουσίες της παρακμής τους. Και να χώνεται μες στα λεωφορεία, στο καθημερινό δρομολόγιο για τον Τύρναβο, έχοντας καταλάβει την τέχνη και το βήμα των γυφτοτσιγγάνων, των Ρομά. Και να κατεβάζει είκοσι μπύρες, πρωί-πρωί,  στο πλατύσκαλο του σπιτιού του. Και ν΄ αφοδεύει καταμεσής των οδών, και να βράζει όπου του ερχόταν, και να γυρίζει σπίτι του χεσμένος, από τα είκοσι οκτώ του, κι ας τον έβλεπε ο κόσμος· αυτός ποτέ δεν είδε, κι αν είδε· τον ξεπέρασε τάχιστα. Θεωρούσε τον κόσμο, υπόκοσμο και βιτρίνα σοβαροφάνειας. Αυτός που ψωνιζόταν, στα δυνατά του χρόνια, στις πλατείες· αυτός που έχει τα μάτια της Ειρήνης Παππά —τεράστια, αμυγδαλωτά και θλιμμένα—, άπλυτος κι αξύριστος πάντα, αλλά με ψυχή μοναδικά καθαρή. Τ’ αποτοξινωτήρια τα είδε ως σκουληκιασμένη διάσωση· ίσως ποτέ να μην είδε. Και φυλακή πήγε· ίσως γιατί δεν είχε τα λεφτά να πληρώσει την υπεράσπιση. Και φυλακή μες στη φυλακή· στην απομόνωση, γιατί έφτιαξε, μ’ έναν Ινδό συγκρατούμενό του, παράνομα για τη γραφειοκρατία τους: το εθνικό ποτό της Θεσσαλίας που θεωρείται ότι ευφράνει, το τσίπουρο· καμιά φόρα και το ποτό του Πειραιά, το ούζο —οι ξενέρωτοι είναι σχεδόν πάντα κατίνες χωρίς ψυχή, και χαφιέδες υπάρχουν παντού.

Κι η μάνα του ωρυότανε: «το παιδί μου είναι στον χυλό του θανάτου», αντί να πει: «στο χείλος». Σ’ έναν θάνατο που η άξια του και ο τρόπος ανάγνωσης, σχεδόν πάντα διαφέρει. Γιατί ο θάνατος έχει πολλές πλευρές: πνευματικός, υπαρξιακός, ψυχικός, βιολογικός. Κι ο Σωτήρης τους έχει γνωρίσει όλους, εκτός του βιολογικού —δεν ξέρω αν τρόμαξε.

Artwork: Alexandra Mantzari

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: