Νίκος Λέκκας | Ο πατήρ Μπάμπης

Στην Πατρόκλα που άφησε το πνεύμα της στ’ Όρος
Στον πατέρα Απόστολο· θεία ομορφιά

Χωρίς να ζητά δόξες, ο πατήρ Μπάμπης ήταν κάτι αντίστοιχο του πεθερού μου:μαρξιστής παπάς. Όπως ο πεθερός μου έλεγε ότι αμαρτία δεν είναι να μη κάνεις το σταυρό σου μπροστά στα θεία· αμαρτία είναι να το κάνεις, και να μην το νιώθεις —ο πεθερός πένθησε τον καπετάν Γιώτη, πιο πολύ από το γιό του στα ογδονταφεύγα, έτσι κι ο πατήρ Μπάμπης μπορεί να μην έζησε το βουνό του λαϊκού αντάρτη· πόσο μάλλον την κυβέρνηση του βουνού —λόγω νεότητας, δεν ζήτησε δάφνες, ούτε πέρασε από τη σύνταξη και τ’ αρχηγιλίκια του ομολογουμένως σπουδαίου περιοδικού «Επιστροφή στην λαϊκή ζωή της εκκλησίας»—, αλλά είναι ένας αρχηγός της θεάρεστης ζωής της εκκλησίας: δεν έβαζε τη διάκριση της πίστης προς το Θείο και της πορείας έκφρασης της —για τη δεύτερη είχε απλά μια σνομπ στάση—· θεωρούσε την «Πάππισα Ιωάννα» του Ροΐδη θεάρεστο έργο καθώς επίσης και το «Φλογισμένο ράσο» του Πλάτωνα Ροδοκανάκη ισάξιο —κι οι δύο συγγράφεις συγγενείς αίματος και κουλτούρας.

Κι ο πατήρ Μπάμπης ν’ αγαπά το σεξ· αρχιμανδρίτης γαρ, πολύ, με πάθος για τ’ αγόρια. Να κατεβάζει artane, λόγω προχωρημένου τρόμου· καμιά σχέση με την τέρψη, να μιλά μ’ ευγένεια και ν’ αγαπά με πάθος ερωτικό τον άνθρωπο. Να μην χαμπαριάζει Χριστό. Να χαρτζιλικώνει τα χασικλάκια και να τα θεώρει κι εγώ δεν ξέρω τι…

Τον γνώρισα στα νιάτα μου, και τον έχασα λίγα χρόνια μετά. Κυκλοφορούσε μ’ ένα μονοκάμπινο αγροτικό τύπου σαφάρι. Κέρναγε ρόπαλα, τουτέστιν ρετσίνες Κουρτάκη και σουβλάκια. Έβαζε στο κασετόφωνο κασέτες με προπολεμικά τραγούδια μαστούρας —τότε κασέτες έπαιζαν— και με πήγαινε στα drive in που παίζανε πρόστυχα έργα. Μου έδωσε να καταλάβω: ότι τα ζόρια τον λαϊκών δεν είναι μόνο νατουραλιστικός κινηματογράφος, ούτε μόνο Παζολίνι, ούτε μόνο Γρηγορίου, αλλά και χαρές των ιδιωμάτων του κορμιού. Και τραβάγαμε γραμμή τα ρόπαλα, και μες στη ζάλη· η επαφή χωρίς κόμπλεξ χωρίς αναστολές, αλλά μόνο με καύλα. Μια καύλα, που μου έδειξε ότι πρέπει να έχει ημερομηνία λήξης· κάτι σαν τη μαστούρα: από κάποια στιγμή και μετά ν’ αναζητήσω την ποιότητα, όχι την ποσότητα, και να ‘μαι τίμιος.

Του υποσχέθηκα κάποτε, όταν φραγκέψω από τη δουλεία μου —ορφανός μια ζωή— με τα πρώτα λεφτά να του ράψω ένα χρυσοκέντητο ράσο από ακριβή μουσελίνα, έτσι όπως ήταν και ο ίδιος: ακριβός και χρυσός. Αθέτησα την υπόσχεση μου· κάνεις δεν με δέχθηκε για δουλειά, κι οι λόγοι κουλοί.

Artwork: Alexandra Mantzari

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: