Νίκος Λέκκας | Η Ρούλα

Μια φορά κι έναν καιρό· παλιό, αλλά αυτού του αιώνα, μια κλινική στα νότια, που γιάτρευε τις ψυχικές και τις νευρολογικές διαταραχές, είχε μια ανοχή στα φετίχ· που ο θεός να σε φυλάει από τα καζάνια της κολάσεως κι από το πυρ το εξώτερον.

Τα κορίτσια χέρι-χέρι να κάνουν τις βολτούλες τους με καμένα νυχτικά, Υπατία και Σαπφώ, ίδιο βήμα και μαζί, να χαίρονται τον έρωτά τους, βολτάροντας αμέριμνες στον κήπο. Μια κυρία που είχε έναν άτυχο έρωτα με τον ηγούμενο του μοναστηριού: την έκλεισαν οι δικοί της, για να μην γίνει Κασσιανή: παίζει το ρόλο της, τόσο πιστικά όσο καμιά από τις σταρ του σινεμά και τις πετυχημένες πολιτικούς ―η Τσιτσιολίνα κι η χήρα του Μάο· ατάλαντες μπροστά της—, ένα άλλο ζαντό, γεννημένη Φωτεινή της νύχτας, να μην κωλώνει να χουφτώνει ούτε τους γιατρούς. Κι έναν εξορκισμό οι ειδήμονες δεν έκαναν· κάτι χαπάκια έδιναν μόνο, ίσως, γιατί η περίοδος εκπτώσεων δεν ισχύει για τον κλήρο· και τα λεφτά ντούκου. Και το στόμα του π. Νεκταρίου του ξακουστού νάναι στεγνό· ούτε μια ρόχαλα ο πατήρ, γι’ αυτά τα αίσχη: θα είχε πιει κάνα μπάφο με κανά τεκνό και θα είχε ξηροστομία, αλλά για τέσσερις μήνες, ούτε μια στιγμή δεν είχε σάλιο ―να φανταστείτε ότι παπάς δεν είχε πατήσει πότε· ούτε καν για τρυπανισμό, σαν το γραφείο της κυρίας Παπαρήγα ήτο.

Αλλά είχαμε και μια εστεμμένη: τη Ρούλα. Τι μετανοημένες Κασσιανές, τι εξαιρετικές Μήδειες, τι διόλου κάλτσες Αντιγόνες, τι Λυσιστράτες· σ’ όλα υπερείχε η Ρούλα! Για κάθε περίπτωση, είχε και τον ανάλογο μονόλογο. Τα είχε μ’ ένα παλικάρι, ολόφτυστος ο Δρακουμέλ ―έφερνε και στον Τεό Αγγελόπουλο― που κυκλοφορούσε με μπεμπιλίνο, ως το τέκνο της Ρούλας. Κάθε βράδυ να κάθονται, και να τα λένε το ζευγαράκι, και μετά να κάνει ένα χέσιμο όλο δικό του. Η Ρούλα να βρίζει, κι αυτός να της λέει ότι ήταν τυχαίο· δεν χέζει την αγάπη τους. Να με καλεί στον γάμο τους, αλλά η Ρούλα· ζόρικη να μην θέλει με τίποτα να ντυθεί νυφούλα. Κι όταν αυτός κοιμόταν: η Ρούλα, ως βετεράνος, να γκομενίζει με τους περιστασιακούς, αλλά τακτικούς τρελούς ―απίστευτο το φάσωμά της με τον Μήτσο! Με μισή πίτσα και καμιά σοκολάτα, μπορούσες να χουφτώσεις τη Ρούλα ―ουδείς λόγος για ομορφιά. Σ’ ένα παρελθόν στέρησης όλοι. Και μια άλλη ―η Ρούλα τη μισούσε― να δηλώνει ότι, όταν χήρεψε, είχε πολλούς γκόμενους, αλλά κανένα δόντι ο θεοκόμματος: και να τσακώνονται για το σκήπτρο.

Κι ο κύριος Δημήτρης· ο γνωστικός αλκοόλας —στην ντίρλα του γκάστρωσε και σύζυγο και γκόμενα· ο δυστυχής είχε και τις δύο εγκυμονούσες: όταν το έμαθαν, την έκαναν —είχε αποφανθεί ότι, όλες εδώ είναι μπάζα: είχε κι ένα ένστικτο βασιλιά ο τύπος —με δύο Μίνι μόνον· στα stedon έγινε υποκόμης. Ξεφυσούσε γι’ αυτό που έπαθε· είχε τη Ρούλα γραμμένη, και τα έριχνε σε μια σανίδα Ελληνοαμερικάνα που είχε την ατυχία να τρελαθεί —κι εγώ να μην έχω κάμερα ν’ αποδείξω τ’ αυτονόητα.

Δεν είναι πρόβλημα τ’ αγόρια των λεωφόρων, δεν είναι πρόβλημα με τίποτα. Ο όρος εκδίδομαι είναι συνδεδεμένος σ’ αυτά τα μέρη με το γίνομαι… Με λίγο σταφ ―φαρμακευτικό πάντα― βγάζεις τον αληθινό σου εαυτό· αυτόν που χρόνια καταπιέζεις. Κι η τρέλα είναι μια μορφή ευλογίας: ζεις αυτά που ονειρεύτηκες, λίγο παραφρασμένα βέβαια, λίγο απότομα και κάπως ζόρικα, για να κάνεις και τη μέρα αυτά που κάποτε έκανες μόνο στα σκοτάδια.

Artwork: Alexandra Mantzari

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: