Μια σχεδία για τους άστεγους

Έξι κείμενα από τους: Χρύσα Αλεξίου, Λάμπρο Αναγνωστόπουλο, Ευθύμιο Λέντζα, Κωστή Παπαζάκ, Σωτήρη Παστάκα και Αριστέα Τσάντζου, για τη συμμετοχή στον Διαγωνισμό Μικροδιηγήματος με τίτλο: «100 λέξεις σε 100 ώρες για τη «Σχεδία»», προϊόν του οποίου είναι η ομότιτλη εκδοθείσα Ανθολογία, με στόχο να στηρικτούν και έμπρακτα οι άνθρωποι που «ταξιδεύουν» με τη «Σχεδία» και αναζητούν μία στέγη και ένα καλύτερο μέλλον: τα έσοδα από τις πωλήσεις θα δοθούν στην Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διογένης ΜΚΟ»


Χρύσα Αλεξίου | ΑΟΡΑΤΗ ΣΧΕΔΙΑ

Ζω κι εγώ σε αυτή την πόλη. Κυκλοφορώ διάφανη. Κανείς δεν βλέπει τη γεωμετρία μιας σχεδίας. Κάθε πρωί ανασηκώνω τον θρίαμβο να υπάρχεις μετά από τόσες δολοφονίες ιδεών. Αόρατη σχεδιάζω τον κόσμο που θα ζήσω. Χωρίς νεκρούς ηγέτες


Λάμπρος Αναγνωστόπουλος | ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Προσπαθούσα να εξηγήσω τηλεφωνικά στη γιαγιά μου ότι πρέπει να μείνει μέσα. Να μη συναντήσει ούτε τη φίλη της απέναντι. Της έλεγα για την πανδημία και μου ‘λεγε για την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Στα τέλη του ’40, ο πατέρας της έμεινε κρυμμένος δυο μήνες μέσα σ’ έναν κούφιο πλάτανο. Η γιαγιά κατέβαινε με μια μικρή σχεδία το ποτάμι, παραμέριζε τις φυλλωσιές και άφηνε ένα κομμάτι ψωμί. Της πήγα κάποια ψώνια, τ’ άφησα στην εξώπορτα, χτύπησα και απομακρύνθηκα. Της φώναξα ότι όταν τελειώσει όλο αυτό θα ηχογραφήσω τις ιστορίες της. Χαμογέλασε, με σταύρωσε κι έφυγα.


Ευθύμιος Λέντζας | ΤΟ ΣΠΙΡΤΟΚΟΥΤΟ

Περίμενα τη σειρά μου για να μπω στο σούπερ μάρκετ. Η κυρία μπροστά μου μασούσε αμέριμνη την τσίχλα της. Αστυνομικοί της ομάδας «Δίας» είχαν παρκάρει τις μηχανές, κάνοντας τυχαίους ελέγχους σε περαστικούς. Στην δεξιά μου τσέπη η ταυτότητα και στην αριστερή το χειρόγραφο χαρτί κυκλοφορίας: Ευθύμιος Λέντζας /Κωστή Παλαμά και Σαμοθράκης γωνία /Λόγος μετακίνησης αριθμ. 2 – Επίσκεψη σε κατάστημα τροφίμων /24–03–20. Η Μαρία τσέκαρε τη λίστα με τα ψώνια. Μεσημέρι με βροχή και στο κενό από το πεζοδρόμιο και την άσφαλτο, ένα φύλλο νεραντζιάς προσγειώθηκε σ’ ένα σπιρτόκουτο–σχεδία. Φόρεσα τη μάσκα και βούτηξα στα ράφια του «Γαλαξία».


Κωστής Παπαζάκ | ΖΗΤΗΜΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Ο Κυριάκος κυκλοφορεί με το ποδήλατο και τον γάτο του, πάνω στα τρένα και τα λεωφορεία. Ενίοτε μάλωνε με τους οδηγούς· ζητούσαν παραπάνω κόμιστρο για το ποδήλατο. Η αναπνοή του έζεχνε σκόρδο, κι όλοι σιγοψιθύριζαν: «Ο τρελός». Είναι πενήντα και. Είχε πάει για σπουδές στη Γαλλία· σκηνοθέτης. Αλλά επαναπατρίστηκε ή τον περιμάζεψαν οι γονείς του: μοναχοπαίδι ήταν· ποιος θα τους γεροκομούσε; Ξεχώριζε από τους άλλους, και τον έκαναν πέρα: απομονώθηκε· μπορεί να είχε πάρει μέντα εκεί στα ξένα. Μ’ ένα μόνιμα πλατύ χαμόγελο και πάντα ευγενικούς τρόπους, ταξιδεύει παρέα με τον γάτο, και τον ζευγαρώνει κατά παραγγελία πάνω σε σχεδία.


Σωτήρης Παστάκας | ΣΧΕΔΙΑ ΣΤΟΝ ΕΚΤΟ

Είχα κάνει εκατό βήματα. Επέμενε η γυναίκα μου να κατεβάσω το βηματομετρητή, κι έτσι με το κινητό στο χέρι βγήκα ράθυμος στη βεράντα. Πρωί Δευτέρας 23 Μαρτίου στον έκτο όροφο απ΄ τη μια πλευρά είχα θέα το παλιό Υδραγωγείο-σχεδία που αντιστεκόταν στο μουντό ουρανό και τις ριπές της βροχής ―κι από την άλλη τον Σάκη να κόβει την κίνηση στην Κρανώνος. Συνταξιούχος της αεροπορίας με τον βαθμό του αντισμηνάρχου στα πενηνταπέντε του. «Φέρε μου τέσσερα πακέτα μπιέφ σίλβερ κατοστάρια» του λέω, όταν κατέβεις. «Ευχαρίστως γιατρέ μου, αλλά πρέπει να κοιμάμαι στο ίδιο κρεβάτι με την κυρά, ή σε απόσταση δυο μέτρων»;


Αριστέα Τσάντζου

Λευκό από ασβέστη κι αλάτι, αμμοβολή και κύμα, το σπίτι χόρευε στην αμμουδιά, έξω απ’ το Πλωμάρι.
Η σκουριασμένη κλειδαριά υποχώρησε από εγκατάλειψη, φθορά, υγρασία. Κάποτε πλημμύριζε θάλασσα. Η εσωτερική σκάλα, λούστρο φευγάτο, γεμάτη τρύπες τερμιτών, φουσκωμένα σανίδια, δεν ανέβαζε πια στα δωμάτια, στο παρελθόν. Όλοι σκόρπισαν. Πέθαναν, μετανάστευσαν. Μέτρησε απουσίες.
Ρίχτηκε με μανία στη σκάλα. Ξήλωνε σανίδια. Σκόνη, αράχνες, παιδικά τραγούδια. Κλάματα. Ο πατέρας. Μνήμη ηφαίστειο πετούσε απ’το παράθυρο σανίδια στην αμμουδιά. Βγήκε, τα ένωσε. Έφτιαξε σχεδία. Την έριξε στο κρυστάλλινο νερό. Αχινοί φέγγιζαν. Σκαρφάλωσε. Όρθιος, ασχεδίαστος επέπλευσε στον ορίζοντα. Μια οικεία αγκαλιά αποζητούσε. Μια προοπτική.
Να διαφύγει στο μέλλον.

ΠΗΓΗ: Ανθολογία μικροδιηγήματος: «Με μια σχεδία» | Εκδόσεις: ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, 2020

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: