Νίκος Λέκκας | Το αχούρι του δημοσιογράφου

Κι η σχέση μας δεν είχε καμιά σχέση με τους έρωτες των ταινιών του Δαλιανίδη και του Σακελάριου. Κι η ζωή μας δεν ήταν αυτή του σινεμά που εξυμνούσε τον μικροαστισμό. Και πια τα γκολ του Ολυμπιακού δεν έχουν κανένα νόημα· οι νίκες κι οι χαρές πάντα ήταν μπερδεμένα στοιχεία για μας που όσο πάνε· κι εσύ απών, μπερδεύονται ολοένα. Και τον φάκελό σου αν και το ζήτησα, η φιλενάδα δεν μου το φωτοτύπησε ποτέ —πίστευα ότι θα βρω μιαν άκρη σ’ ένα κουβάρι μπερδεμένο. Κι ο φάκελος δεν ήταν αυτός του ΕΣΑ· ήταν κάτι το ισάξιο: ένα ακόμα σταμπάρισμα· μιαν ακόμα σφραγίδα στην ψυχή που σημαδεύει χωρίς να είναι ένα σύγχρονο ταττού που πια μπορούνε να σβηστούν. Άλλα αυτός ο φάκελος αν και γραμμένος με μελάνι· ούτε ιδεολογικά σβήνεται, ούτε βρίσκεται. Ακόμα καίγονται οι φάκελοι νοσηλείας: κι εγώ δεν μπορώ να βρω την άκρη.

Τι κι αν μας είπαν ότι γράφουμε με κάποια ευαισθησία ―από κάποια έως ολοκληρωτική· το καθόλου έπαιξε σε άλλες παραμέτρους: «όποιος πεθαίνει ξεχνά» λέει το τραγουδάκι του Γαϊτάνου· ο ψάλτης κάτι είπε και για τους εναπομείναντες· η λήθη για τους εναπομείναντες εκτός από τυραννία είναι η σύγχρονη μάστιγα της άνοιας· όσοι δεν έχουν στο περιβάλλον τους τέτοιους ανθρώπους, το θεωρούν σωτήριο, αλλά η «σωτηρία της ψυχής» της Λίνας· κατάφαση: κάποτε τέτοιες μέρες θα παίρναμε τον αέρα μας στην εξοχή. Κι αν την πάθεις έτσι, δεν ζεις· απλώς αναπνέεις, και βλέπεις τους άλλους να τρέχουν για λεφτά, χασίσια, γκόμενες κι αναγνώριση· κι απορείς: προς πού· για πού;

Τι κι αν νοσταλγείς ένα αχούρι που κάποτε ήταν το παν ―στεγνός καμιά δεκαετία τώρα, και το μόνο που απομένει ακόμα για τους επιζήσαντες είναι ένα κεφάλι που όλο το νιώθεις ξερό, αλλά τα κλούβια μυαλά λένε ότι δεν παθαίνουν τίποτα, κι η κύρια, η γκόμενα του μέλλοντος· γραφιάς στην Αυριανή, θα βρήκε κάποια ίαση: αυτό που ήθελε το κατάφερε· Δήμητρα το όνομά της, κάτι σαν τα Δημήτρια. Στέλνει κάποιους στον κάτω κόσμο, όχι παροδικά· μόνιμα, και το «προσδοκώ ανάσταση νεκρών…» δεν παίζει· δεν παίζει με τίποτα.

Η δύναμη πια δεν είναι ούτε του Νίτσε, ούτε ο «χαμένος τα παίρνει όλα», σαν την ταινία του Νικολαΐδη· αυτά είναι για τους προνομιούχους. Το να κάνεις το άλλον άνθρωπο σκιά είναι εύκολο. Και ποιος κουμμουνισμός; Γραφικότητες για τους χαμένους· για μιαν ελπίδα και μια αποκατάσταση αξιοπρέπειας. Εκεί που η λέξη «αγάπη» ίσως κι αποκτήσει κάποιο νόημα, σε μιαν άλλη ζωή, γιατί σ’ αυτήν μπερδεύτηκε η λέξη «αγάπη» με τη λέξη «συμφέρον», και μας παίδεψε όλους: νεκρούς κι εναπομείναντες. Το πάντα και το ποτέ ένα σύμπλεγμα που κάποτε θα γίνει κατανοητό, σαν τα λαϊκά τραγούδια του ‘50 και του ‘60 που εκτός του ότι είναι το ελληνικό «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι και οι «Άθλιοι» του Ουγκώ· κατανοητά μέχρι τελευταίας ρανίδας αίματος που ο κουμμουνισμός ο δικός μας, όσο κι αν δεν το παραδεχτήκαμε· εκεί δικαιώνεται· όχι στις ταινίες που δείχνει η τηλεόραση: είδωλα μικροαστισμού με κάποια μελό στοιχεία που δείχνουν τα βάσανα και κάποιον νατουραλισμός που δείχνουν την πραγματική ζωή, να παίζονται μόνο σε καμένους εγκεφάλους· σε κάτι αχούρια όμοια με αυτά του δημοσιογράφου. Και κάποιες πικάντικες ιστορίες από το «Διάβασέ με» που στην εποχή τους έμοιαζαν χυδαίες· τώρα απλά τονώνουν έναν ρομαντισμό που είναι αδύνατον να περιγραφθεί αλλιώς.

Artwork: © by pikist.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: