Παναγιώτα Τσιανογιάννη | Ι ποίημα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Ω! το κλάμα πώς το χώρεσες σε δύο βαλίτσες μόνο
Αυτές που έφερες στην πόρτα
Δύο βαλίτσες άνθρωπος, με το καλοκαίρι να γλιστρά στον λαιμό
Τριχιά σφιχτή
Χορεύω ξυπόλητη στο παρκέ, να φέρω μια βροχή στο σαλόνι
Να ξεπλύνει τη μυρωδιά σου
Να χωθεί στα ντουλάπια, να μπερδευτεί στα αλάτια
Επάνω στην πληγή να το πετάξω
Να ντυθώ χαλί, τον πόνο να ψήσω
Το καλοκαίρι με βιάζει!
Μπαίνει στις βαλίτσες που ‘φερες
Απλώνεται στο σαλόνι
Ορμά απάνω μου, ιδρωμένος εραστής
Δαγκώνει το δέρμα, καταστρατηγεί το μπαλκόνι  
Κλειδώνει τα παντζούρια, αφήνει απ’ έξω το φως τυλιγμένο σε κορδέλες πορτοκαλί
Το καλοκαίρι τρυπά τα χείλη
Φωνάζει το όνομά μου Δεν κλαίει
Άγρια γελά
Ουρλιαχτό το όνομά μου, τρέχει απ’ το σαλόνι στο χολ
Φράζει τις πόρτες
Καυτός αέρας σε διασταλμένα μάτια
Χορτάρι κίτρινο γίνομαι Με τον λίβα να καίει την κοιλιά
Αναπαράγομαι
Γεννάω γρασίδι Γεμίζει το σπίτι
με κάθε ανάσα μεγαλώνει
Τυλίγομαι
βρέφος σε κίτρινες φασκιές

Άκαρπες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: