Γιώργος Λίκος

Επιλογή – Επίμετρο: Κώστας Ρεούσης

100 χρόνια από τη γέννησή του | Πρίγκηπος Προποντίδας, 1920 Αθήνα, 2000 (†)

«Ένας μυστικός, άγνωστος, χριστιανός ορθόδοξος υπερρεαλιστής ποιητής»

ΑΒΕΣΑΛΩΜ

στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Πυρακτωμένα σίδερα χαϊδεύουν την πληγή μου
Λιοντάρια βροντοφωνούν Αβεσαλώμ
Χτυπώντας με την ουρά τους κορφοβούνια
Κρατώντας μες τα μάτια τους πουλιά κρεουργημένα
Πυρακτωμένα σίδερα χαϊδεύουν την πληγή μου.

Η γη κινιέται ηδονικά με το σεισμό
Στην αγκαλιά μου κρατώ ένα πληγωμένο σύννεφο
Με το κεφάλι του γερτό τα χέρια του ανοιχτά
Τα δάκρυα τρων το ηρωικό του σώμα
Η γη κινιέται ηδονικά με το σεισμό.

Μαύρη και κόκκινη φωλιά που αγαπώ
Αχ να με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της
Όπως ένα μικρό βλαστάρι της η γη
Όπως ένα νεκρό πάνω στα στήθια της η νύχτα
Μαύρη και κόκκινη φωλιά που αγαπώ.

Ο ουρανός ξεσκίζεται πνίγεται μες το αίμα
Πόνοι κι’ αντάρτισσες φωνές μαχαιρωμένες
Μορφές χαμένες στην αγκαλιά των ινδαλμάτων
Σβήνουν πικρά το λύχνο της καρδιάς μου
Ο ουρανός ξεσκίζεται πνίγεται μες το αίμα.

[«Χερρόνησος», «Τέσσερις προσωπίδες του ανέμου», 1944-1949, «Ιντερμέδιο»]


ΠΛΟΗΓΟΣ

στον Μίλτο Σαχτούρη

Οι ρίζες της πολιτείας λιώνουν
Μαζί με τους νεκρούς της
Το αίμα πια δεν ωφελεί
Δάκρυα χωρίς αλάτι κρύσταλλο

Τα όνειρα γυμνά και ματωμένα

Αγάπη Αγάπη Αγάπη
Ήρεμη φωλιά των βράχων
Μιας θάλασσας φουρτουνιασμένης

Τα όνειρα γυμνά και ματωμένα

Σύννεφα• στα βλέφαρα της μέρας
Μια τοσηδά σταλαγματιά σκουριάς

Μίσος και θάνατος

Αγάπη Αγάπη Αγάπη.

[«Χερρόνησος», «Τέσσερις προσωπίδες του ανέμου» (1944-1949), «Ιντερμέδιο»]


ΣΟΡΟΚΟ-ΛΕΒΑΝΤΕ

Δεν ήτανε ζήτημα του λιμανιού
Της αποβάθρας ή της σκάλας και των γερανών
Ήτανε ζήτημα προσωπικό της θάλασσας
Όταν τα σύννεφα χειμώνα καιρό κατεβαίνουν
Δένονται στα ξάρτια μελανιασμένα.
Όταν το δέρμα του λιμανιού ριγεί
Ακούγοντάς την από μακριά, πίσω από τον κάβο
Να σπαράζει και να ερωτεύεται.
Όταν οι μπόρες με πληγώνουν πρόσωπο
Από τις αστραπές έρχονται να φιλήσουν
Το μέτωπο του Υμηττού.

Κι’ ήτανε ζήτημα προσωπικό δικό μου
Η νύχτα.

[«Δίαυλος» (1953-1957), «Α΄ Φανός πράσινος»]


ΠΟΛΕΜΟΣ

[απόσπασμα]

Της γενναιότητας πορεία σ’ ηλιόλουστα χιόνια της ανοίξεως
Νωπά τ’ αχνάρια των θεών με την οσμή του κεραυνού
Πυρακτωμένο σίδερο από ψηλά μας έρχεται το νάμα
Όμως μια φούχτα καλαμπόκι για ν’ αντικρίσεις το βουνό
Και μια γουλιά νερό για τον μπαξέ της λήθης
Ξεσκίζεται ο άνθρωπος ξεσκίζει
Σαν το παιδί π’ ανοίγει και χαλά πρωτοχρονιάτικα δώρα
Πετρώσανε τα δάκρυα στ’ απάγγειο του θανάτου
Με τα κορδόνια της αρβύλας λύθηκαν οι πόθοι

Μικρό κουτάβι ο ύπνος παίζει με τον Κέρβερο
Κι’ αφήνει στην ανάπαυση κορμιά μελλοθανάτων
Ως την αυγή

Φως εκ φωτός
Στο φως τα σπλάχνα σήπονται
Στην τέφρα ξαναγεννιέται ο ουρανός
Μέρα και νύχτα θάνατος

[«Τροχιά» (1957-1962), «Α΄ Πόλεμος»]


ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΟΣ

[απόσπασμα]

Νύχτα βαθιά κρυμμένη
Τυλιγμένη μες τα βαμβάκια της αγωνίας
Το φέγγος των ματιών σου
Η συστολή των λουλουδιών σου
Ερμητικά κλεισμένα

Άγρια θηρία όνειρα

Το πληγωμένο γόνατο μοναδικής ελπίδας
Το δέσανε μ’ ένα πικρό κουρέλι
Αγόρια που ετραυμάτισαν το σώμα πρωινό
Με το πουκάμισο σχισμένο στον αγέρα
Ωσάν σηματωρό

Καρκίνος χτυπά τον βασιλέα
Με τις ανένδοτες δαγκάνες τον λυγίζει
Σαν το μοσχάρι στη σφαγή τον γονατίζει
Που ικετεύει με του φόβου τη λοξή ματιά

Άγρια θηρία όνειρα

Του Αχιλλέα και του Έκτορα
Η φυλλωσιά.

[«Τροχιά» (1957-1962), «Β΄ Μεταπόλεμος»]


ΣΤΟΝ ΚΑΒΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Με του κελιού το παραμύθι ανοιχτό
Να μπαίνει το μελτέμι
Με τις καμάρες των ματιών κατάντικρυ στον ήλιο
Στον κάβο της υπομονής
Καθίσαμε με τον Χριστό για να γευθούμε τον καρπό.
Κατάστηθα Κείνος πήρε το ψωμί
Και το ’κοβε με το παλιό μαχαίρι
Με το χαμόγελο γλυκό εμοίρασε τ’ αντίδωρο
Και το αθάνατο κρασί τραγούδι στην ψυχή μας
Στ’ απομεσήμερο ζεστό κι’ ευωδιαστό σα μέλι.
Κάτω στα βράχια ήρθαν οι πνιγμένοι
Μ’ ένα κυκλάμινο στα χείλη
Κι’ απ’ το βουνό οι σκοτωμένοι
Με λίγο θυμάρι στην καρδιά.

Μα ξάφνου στο πολύχρωμο του δειλινού μετάξι
Απ’ τα νησιά εφάνηκε αγέρωχα να πλέει
Με το φιδίσιο του κορμί και τρεις μορφές αντρίκιες
Ο ανεμπόδιστος μες τον Καιρό ξωμάχος της Αγάπης
Ο Μέγας Παν ο Πελαγίσιος.

[«Εικοσιπέντε στάσιμα» (1978-1982)]


ΙΚΕΣΙΑ

Άλλοτε κοίταζα το ηλιοβασίλεμα
Μέχρι το τελευταίο φως
Τώρα φοβάμαι το σκοτάδι
Τ’ άστρα είναι κεριά
Που τα κρατούν οι Άγγελοι
Θεέ μου δωσ’ μου την άφεση
Το πνεύμα μου σαν αλογάκι της Παναγίας
Να σταθεί πλάι στο καντήλι της ψυχής μου.

[«Άφες ημίν» (1987-1990)]


Βιογραφικό: «Όταν μου ζητάνε να γράψω ένα βιογραφικό σημείωμα έχω την αίσθηση ότι πρέπει να κάνω μια τυπική αναφορά για κάποιο δημόσιο έγγραφο ή αίτηση ταυτότητας, κατ’ ανάγκη με αυτό τον τρόπο αποσιωπώντας την ουσία της ζωής μου.
Αγάπησα τη θάλασσα και την ταξίδευσα στα πιο μακρινά της μέρη από τον Εύξεινο Πόντο ως τη Γη του Πυρός δουλεύοντας σε κρουαζιερόπλοια δίνοντας ιστορικές και αρχαιολογικές διαλέξεις και επίσης ως διευθυντής κρουαζιέρας. Μα πιο πολύ, από τα πρώτα μου νιάτα, αγάπησα το Αιγαίο με το μελτέμι και το φως. Αγάπησα την ποίηση που κατά καιρούς φέρνει στην επιφάνεια, σαν κύματα, τα μυστικά της ψυχής μου, μηνύματα που θέλω ν’ αγγίζουν όλους τους ανθρώπους. Και στον έρωτα αναλώθηκα και αναστήθηκα.
Γεννήθηκα στην Πρίγκηπο της Προποντίδος το 1920. Οι γονείς μου ήταν Σιφνιοί, καθώς και οι παππούδες μου και όλοι οι πρόγονοι. Το 1922 με την Μικρασιατική καταστροφή ήρθαμε στην Αθήνα. Στη Σίφνο πέρασα τα καλοκαίρια των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων και έχω εκεί το πατρικό μου (προγονικό) σπίτι όπου πηγαίνω ακόμη τα καλοκαίρια. Όπως έχω γράψει και αλλού, από 15 χρονών τα μεσημέρια στη Σίφνο ανέβαινα στα βράχια πίσω από το μικρό φανάρι και έγραφα κρυφά τα πρώτα μου ποιήματα, όχι γιατί ντρεπόμουν που έγραφα, αλλά φοβόμουν πως δεν ήσαν καλά.
Φοίτησα στη σχολή Μακρή και είχα την τύχη να έχω έναν θαυμάσιο δάσκαλο, τον αλησμόνητο Γεώργιο Ιωαννίδη, που μου δίδαξε κατά τρόπο μοναδικό την κλασσική παιδεία για την οποία είχα μεγάλη έφεση. Συνέχισα να γράφω ποιήματα μέχρι που μπήκα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε και σταμάτησα γιατί αυτά που έγραφα δεν με εξέφραζαν πραγματικά. Άρχισα τότε τις αυτόματες γραφές, και αργότερα σιγά σιγά βρήκα το προσωπικό μου ύφος χωρίς τον αυτοματισμό.
Ποιήματά μου πρωτοδημοσιεύθηκαν στα «Νέα Γράμματα» (1944) και στο «Τετράδιο (1945). Στη συνέχεια έγραψα την ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Τέσσερις προσωπίδες του ανέμου» (Ίκαρος, 1949).
Κατόπιν δεν ήθελα να επαναληφθώ και αισθανόμουν βαθειά μέσα μου την ανάγκη να γράψω ένα ποίημα διαφορετικό σχετικά με τον πόλεμο και τον μεταπόλεμο. Έκανα πολλές προσπάθειες, έσχισα αρκετά χειρόγραφα, ώσπου τελικά, ύστερα από μερικά χρόνια, βγήκε η «Τροχιά» το πρώτο μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε στην «Καινούργια Εποχή» (Άνοιξη, 1959).
Το καλοκαίρι του 1960 στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύθηκε η μικρή ποιητική ενότητα με τον τίτλο «Δίαυλος». Ταυτόχρονα έγραφα και άλλα ποιήματα. Προσωπικές ατυχίες στη δουλειά μου και στη ζωή μου με ανάγκασαν να καταφύγω, πού αλλού; στη θάλασσα όπως ανέφερα πιο πάνω.
Εν τω μεταξύ το 1977 συγκέντρωσα τα ποιήματα που είχα επιλέξει και τα οποία εξεδόθησαν με τον τίτλο «Χερρόνησος» (Πολύπλανο). Λίγο αργότερα, το 1980, σταμάτησα να εργάζομαι στη θάλασσα και έγραψα τα ποιήματα που τύπωσε και εξέδωσε ο Φίλιππος Βλάχος στα «Κείμενα» με τίτλο «Εικοσιπέντε στάσιμα» (1983). Τον τελευταίο καιρό νοιώθω μεγάλη προσήλωση στην χριστιανική ορθοδοξία και τα τελευταία μου ποιήματα είναι στο πνεύμα της χριστιανοσύνης. Προσφάτως εξεδόθη το σύνολο του έργου μου με τον τίτλο «Ποίηση 1944-1990» (Νεφέλη, 1992)».
Ο Γιώργος Λίκος πέθανε την 1η Δεκεμβρίου του 2000 στην Αθήνα.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Έχω μιλήσει στο παρελθόν, δημόσια, για την περίπτωση του Γιώργου Λίκου. Πρώτη φορά, αρχές του 21ου αιώνα, στους συναδέλφους μου και στους πελάτες του βιβλιοπωλείου «Πολιτεία» στην Αθήνα, όπου εργαζόμουνα εκείνη την εποχή. Δεύτερη φορά, εδώ στη Λευκωσία, όπου πριν κάποια χρόνια πραγματοποίησα μία παρουσίαση της ποίησής του και απαγγελία της «Ωδής στους τσακισμένους πελαργούς». Στην πρώτη περίπτωση εισέπραξα απορία έως αδιαφορία, στη δεύτερη απαξίωση μια κι ελάχιστοι έκαναν τον κόπο να έρθουν στην εκδήλωση. Όπως και να έχει ως ιδρυτής της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας [2005], κι ως ο ποιητής που είμαι, σεβόμενος κι εκτιμώντας αδιαλείπτως ότι έχει προηγηθεί στο χώρο της ελληνικής ποίησης, έχω ανακηρύξει το έτος 2020, «Έτος Γιώργου Λίκου-100 χρόνια από τη γέννησή του». Πριν αφήσω τον ίδιο τον ποιητή να μιλήσει για το ποιος είναι, παραπέμπω τους όποιους αναγνώστες, παλαιότερους και νεότερους, στα άπαντα του ποιητή που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νεφέλη και στην παρουσίαση του από τον Χρήστο Δανιήλ, μέσω της σειράς «Εκ νέου» των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Παράλειψη θα ήταν να μην αναφέρω και τον Βασίλη Κ. Καλαμαρά, ο οποίος με ιδιαίτερη αγάπη και θέρμη έχει ασχοληθεί και στηρίξει το έργο του Γιώργου Λίκου.

Κώστας Ρεούσης
Φθινόπωρο 2020, αστικό κέντρο Λευκωσίας

ΠΗΓΕΣ: Για τα ποιήματα: Γιώργος Λίκος, «Ποιήματα 1944-1990», επιμέλεια Βασίλη Κ. Καλαμαρά, (Νεφέλη, Αθήνα, 1992).
Για το βιογραφικό: «Ο Γιώργος Λίκος διαβάζει», «Ποίηση 1944-1990», δίσκος ακτίνας, (Συρτός, 1993), από το ένθετο έντυπο που συνοδεύει τις απαγγελίες του ποιητή, σε επιμέλεια του Βασίλη Κ. Καλαμαρά.

Φωτογραφία: Ο ποιητής Γιώργος Λίκος, από το ένθετο έντυπο που συνοδεύει τον δίσκο ακτίνας με απαγγελίες του Γιώργου Λίκου, «Συρτός», 1993 | Φωτογράφος & χρονολογία δεν αναφέρονται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: