Chiara Catapano | V ποιήματα

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης

(I)
ΜΕΛΤΕΜΙΑ
Διάτρητα από έναν ήλιο μοναδικό ξένοιαστα, ξένοιαστα!
μου χτυπούσαν τη φτερούγα, ήταν ένα τίποτα
το πέταγμα ή το μπάνιο σ’ εκείνα τα νερά.

Θα μπορούσα να έρχομαι κάθε μέρα εδώ με τσέπες γεμάτες πέτρες
να σου χτίζω έναν μνήμης βωμό μα κάτω απ’ τον ήλιο
που κλωτσά τον σκληρό σου φλοιό
δεν υπάρχουν θεμέλια.

Φώναξες τον δυνατό φόβο και όλο το μάγεμα
διατρυπώντας οστά με μεταλλικό ήχο
σκουριάς και νεύρων.
Αλλά ομορφιά φόβος και διείσδυση
είναι λέξεις κενές που αναλώνονται στις κορφές της σκοτεινής θάλασσάς σου.

Μου πετάς θάλασσα συνήθη σαν ετούτη την ανθρωπιά
που δεν κλείνει καμία απόσταση
που στα σωθικά περιέχω και δεν καταλαβαίνω
κι από αυτή τη σύνθετη παραδοξότητα
γλυκά είμαι κλάμα είμαι κιβώριο.

―Από τη συλλογή «Η πείνα» (2011)


MELTEMI
Bucati da un unico sole incauti, incauti!
mi battevano l’ala fosse cosa da nulla
il volo o bagnarsi in quelle acque.

Potrei venire qui ogni giorno con tasche piene di sassi
costruirti un altare di memoria ma sotto il sole
che scalcia la tua corteccia dura
non ci sono fondamenta.

Hai urlato la paura forte e l’incanto tutto
penetrando ossa con suono metallico
di ruggine e nervi.
Ma bellezza paura e penetrazione
sono parola bianche consumate sulle creste del mare tuo buio.

Mi lanci mare solito come questa umanità
che nessuna distanza chiude
che nelle viscere contengo e non capisco
e di questa estraneità composta
dolcemente son pianto son ciborio.

―Dalla raccolta “La fame”, (Ass. Culturale Thauma – Pesaro, 2011)


(II)
ΣΤΟΝ ΓΙΟ
Όντας πια έμπειρος
κάνε μου την περίληψη
τρυφερό μεδούλι
πάνω στο οποίο θα πιέσεις τα δόντια
Όλο τον χυμό
πιο πικρό
από μένα τον έχεις

―Από τη συλλογή «Η πείνα» (2011)


AL FIGLIO
Esserti già esperienza
farmi riassunto
tenero midollo
su cui ti premerai i denti
Tutto il succo
più amaro
tu l’abbia da me

―Dalla raccolta “La fame”, (Ass. Culturale Thauma – Pesaro, 2011)


(III)
ΟΤΑΝ Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΜΟΥ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ
Σκέψου το εξής: τίποτα διαφορετικό
Μόνο μια νότα αόριστα στυφή στην πικρή ρίζα.
Η τρομερότερη φωνή της εμφάνισής του∙
Οι λέξεις, σκέλεθρα του φωτός.
Και καθισμένος, τερατώδης ανέκφραστος
Μαστιγώνει τον αέρα μέσα στη ρωσική σταφυλή.
Ο Μαγιακόφσκι ποτέ πριν δεν με είχε επισκεφτεί.
Το θεώρησα μια λεπτή χειρονομία
Που έγινε χωρίς υπερβολικές φιλοφρονήσεις,
Με τον δικό του τρόπο.

Μάζεψε τους στίχους μου σε μεταλλικά τσαμπιά
Πίεσε τον χυμό προς τα έξω
Συνθλίβοντας ανάμεσα στ’ αμύγδαλα
Των δοντιών, κόκκο τον κόκκο
Το γάλα κάποιας αρχαϊκής θυσίας.
Ωστόσο, πόσο γεμάτη νόημα ήταν η γλώσσα του
Ένα είδος παρθένας γης ανάμεσα στη Ρωσική και τ’ όνειρο∙
Ζωγράφισα τους δίκοπους ήχους
Που δεν έφταναν σε τίποτα και σε κανέναν
Μα αλυσόδεναν στον δονούμενο αέρα αγιότητα.
Ο μεθυσμένος Θεός της ποίησης δεν ζητούσε πια τον θάνατό του,
Και φαινόταν καλυμμένος από τους ουρανούς
Υπέροχος, απρόσιτος.
Το βουητό της ζωής σβησμένο σ’ αυτό το μουντό παράδειγμα
Μέσα στα γρανάζια του ακροατηρίου
Στην τέλεια σιωπή την απλωμένη μεταξύ των λέξεων.

―Αδημοσίευτο (2014)


DI QUANDO MAJAKOVSKIJ IN SOGNO HA LETTO UNA MIA POESIA
Considera questo: nulla di diverso
Solo una nota vagamente asprigna sull’amara radice.
La voce più tremenda della sua apparizione;
Le parole, scheletri di luce.
E lui seduto, terastico impassibile
Frusta l’aria dentro l’ugola russa.
Majakovskij non mi era mai venuto a trovare in precedenza;
L’ho considerato un gesto delicato
Compiuto senza troppi complimenti,
Alla sua maniera.

Ha raccolto i miei versi in grappoli metallici
Il succo lo premeva fuori
Schiacciando tra le mandorle
Dei denti, chicco dopo chicco
Il latte di un qualche arcaico sacrificio.
Ma poi com’era carico di senso il suo idioma
Una sorta di terra vergine tra il russo e il sogno;
Io dipingevo i suoni a doppia lama
Che non raggiungevano niente e nessuno
Ma che s’ incatenavano all’aria vibrante santità.
Il Dio ebbro della poesia non cercava più la sua morte,
E lui pareva contemplato dai cieli
Splendido, inarrivabile.
Il brusio della vita calato in quel fosco paradigma
Dentro l’ingranaggio dell’uditorio
Nel perfetto silenzio divaricato tra le parole.

―Ineditο (2014)


(IV)
KŌSHŪMISAKA SUIMEN
– Torii (
鳥居) –
Στον βορρά με κλείνει το βουνό, στον νότο το ρόδι.
Είναι πόρτες χωρίς λουκέτα, χαρωπά ανοιχτές.
Ωστόσο, δεν προχωρώ πέρα απ’ τον καθρέφτη τους,
υπέροχο υπέρθυρο ο ουρανός.
Παραμένει ανώφελο το κλειδί μου.
Ανεμος και φως υπερβαίνουν τους ανύπαρκτους φύλακες
μέσα από τα ρεύματα της ασταθούς πραγματικότητας.
Ψάχνω το πρόσωπό μου αντανακλώμενο στα νερά της λίμνης Misaka,
αλλά οι ανοιχτές πόρτες δεν θ’ ανοίξουν για μένα
ως ότου το συλλάβω, κατάπληκτος, στην καρδιά των κυμάτων.

―Αδημοσίευτο (2017)


KŌSHŪMISAKA SUIMEN
 – Torii (
鳥居) –
 A nord mi chiude la montagna, a sud il melograno.
Sono porte senza lucchetti, felicemente aperte.
Pure non procedo oltre il loro specchio,
architrave meraviglioso il cielo.
La chiave mia inutile attende.
Vento e luce scavalcano i guardiani inesistenti
attraverso le correnti della realtà fluttuante.
Cerco il mio volto riflesso nelle acque del lago Misaka,
ma non si apriranno a me le porte spalancate
finché non l’avrò colto, stupito, nel cuore delle onde.

―Ineditο (2017)


(V)
Η ΣΑΡΑ ΤΟΥ ΘΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΓΙΟΝΤ
Η Σάρα του Θάρα και του γράμματος γιοντ έδωσε όψιμους απογόνους.
Κι ανεβαίνοντας του χρόνου την κλίμακα αντίστροφα, από την οικογένεια
Πέρασε στην Τύρο στις ανεμώδεις ακτές του Λιβάνου:
Φίλησε τους ιερούς κέδρους και θεμελίωσε τη μυητική θεραπεία
Μέσω της εγκατάλειψης κάθε παζαριού.
Κάηκε στην πυρά ως μάγισσα
Μια καμένη άκρη του ενδύματός της ακόμα
Λατρεύουν οι παρθένες και οι γριές σαν λείψανο.
Λιγότερο γνωστή από τον Τειρεσία
Δόνησε αποφασιστική στη γη το ροζιασμένο ραβδί των τυφλών και των μάντεων
Και στις κόγχες της που καταβρόχθισε η φωτιά,
Ο Θεός έριξε ένα σάβανο αιωνίως βρεγμένο.

―Αδημοσίευτο (2018)


SARA DI TERAH E DELLA LETTERA YOLD
Sara di Terach e della lettera yod diede tarda discendenza.
E risalendo inversamente la scala del tempo, dalla famiglia
Passò a Sur sulle ventose coste del Libano:
Baciò i cedri sacri e fondò la guarigione iniziatica
Attraverso l’abbandono d’ogni negozio.
Messa al rogo come strega
Un lembo bruciato della sua veste ancora
Venerano le vergini e le anziane come reliquia.
Meno conosciuta di Tiresia
Vibrò decisa in terra il nodoso bastone di ciechi e indovini
E sulle sue orbite divorate dal fuoco
Dio calò un drappo perennemente bagnato.

―Ineditο (2018)

Η Κιάρα Καταπάνο, γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1975, σπούδασε βυζαντινή φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης και στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Ποιήτρια και μεταφράστρια, έχει συνεργαστεί και συνεργάζεται με ιταλικά και διεθνή περιοδικά («Λεξιφαγία» -Ρώμη-, «Μετάφραση παράδοση» – Διεθνές περιοδικό με έδρα το Μιλάνο,  «Η σκιά των λέξεων» -Ρώμη). Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε πολλά διαδικτυακά και έντυπα περιοδικά, στην Ιταλία και την Ισπανία. Επιμελήθηκε, μαζί με τον καθηγητή Αντρέα Αβέτο, την επανέκδοση των «Στρατιωτικών Λόγων» του Τζιοβάνι Μπόινε, για τα εκατό χρόνια από τον Α΄ Παγκοσμίο Πόλεμο (Ίδρυμα Ιστορικού Μουσείου του Τρεντίνο, 2017).
Πρόσφατα δημοσίευσε μια επιλογή από τη συλλογή «Αλίμονο», με πρόλογο του Τζον Τέιλορ, για τις εκδόσεις Chelsea (Nέα Yόρκη): «Πώς τέλειωσε ο Τρωικός Πόλεμος δεν θυμάμαι» – ανθολογία Ιταλών ποιητών στον εικοστό πρώτο αιώνα, 2019.
Με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Θαύμα δημοσίευσε την «Πείνα», 2011 και τη «Γλυκιά ζωή», 2013.
Το 2015 η Rec Movie παρήγαγε την ταινία μικρού μήκους «Αλίμονο», από την ομώνυμη συλλογή, με τους Iula Μαρτζούλι και τον Γκαετάνο Φιντάντζα. Η ταινία μικρού μήκους γυρίστηκε στην Απουλία, ανάμεσα στους ελαιώνες που έπρεπε να κοπούν λόγω κυβερνητικής εντολής.

Chiara Catapano nasce a Trieste nel 1975, studia filologia bizantina all’Università degli studi di Trieste e all’Università di Creta. Poetessa e traduttrice, ha collaborato e collabora con riviste italiane e internazionali (Il Mangiaparole –Rom -, Traduzione Tradizione -Rivista internazionale con sede a Milano, L’ombra delle parole -Roma). Suoi articoli sono apparsi in diverse  online e cartacee, in Italia e Spagna. Ha curato, assieme al prof. Andrea Aveto, la riedizione dei “Discorsi militari”di Giovanni Boine, per il centenario della I Guerra Mondiale (Fondazione Museo Storico del Trentino, 2017).
Di recente pubblicazione una selezione dalla raccolta “Alimono”, con prefazione di John Taylor, per Chelsea Editions (N.Y.): “How the Trojan War Ended I Don’t Remember – an anthology of Italian Poets in the Twenty-First Century, 2019.
Con l’Associazione Culturale Thauma ha pubblicato La fame, 2011 e La graziosa vita, 2013.
Nel 2015 Rec Movie produce il corto poetico “Alimono”, dalla raccolta omonima, con Iula Marzulli e Gaetano Fidanza. Il corto viene girato in Puglia, tra gli uliveti che per una direttiva del governo dovevano essere abbattuti.

Artwork: © Ciro Ferraro

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: