Louise Glück | ΙV ποιήματα

Μετάφραση: Αθανασία Δανελάτου

(I)
EΡΩΣ
Είχα σύρει την καρέκλα μου ως το παράθυρο του ξενοδοχείου, να δω τη βροχή.

Βρισκόμουν σε ένα είδος ονείρου ή έκστασης
ερωτικής, κι όμως 
τίποτα δεν ήθελα.

Μου φαινόταν περιττό να σ’ αγγίξω, να σε δω πάλι.
Ήθελα μόνον αυτό:
το δωμάτιο, τα μαλλιά, τον ήχο της βροχής που πέφτει,
ώρα με την ώρα, μες τη ζεστή ανοιξιάτικη βραδιά.

Δεν χρειαζόμουν τίποτα παραπάνω. Είχα κουρνιάσει τελείως.
Η καρδιά μου είχε σμικρύνει. Δεν πήρε και πολύ να την γεμίσω.
Έβλεπα τη βροχή να πέφτει σε σταλαγματιές βαριές στη νυχτωμένη πόλη

Δεν αφορούσε εσένα. Μπορούσα να κάνω πέρα
να ζήσεις τη ζωή που είχες ανάγκη να ζεις.

Την αυγή η βροχή καταλάγιασε.  Έκανα όσα κάνει
κανείς στο φως της μέρας, απάλλαξα τον εαυτό μου,
όμως κινήθηκα σαν υπνοβάτης.

Ήταν αρκετό και δεν σε αφορούσε πιά.
Λίγες μέρες σε μια ξένη πόλη.
Μια συνομιλία, το άγγιγμα ενός χεριού.
Κι έπειτα, έβγαλα τη βέρα μου.

Αυτό ήταν που ήθελα: να είμαι ολόγυμνη.


EROS
I had drawn my chair to the hotel window, to watch the rain.

I was in a kind of dream, or trance
in love, and yet
I wanted nothing.

It seemed unnecessary to touch you, to see you again.
I wanted only this:
the room, the hair, the sound of the rain falling,
hour after hour, in the warmth of the spring night.

I needed nothing more; I was utterly sated.
My heart had become small; it took very little to fill it.
I watched the rain falling in heavy sheets over the darkened city

You were not concerned. I could let you
live as you needed to live.

At dawn the rain abated. I did the things
one does in daylight, I acquitted myself,
but I moved like a sleepwalker.

It was enough and it no longer involved you.
A few days in a strange city.
A conversation, the touch of a hand.
And afterward, I took off my wedding ring.

That was what I wanted: to be naked.

The Seven Ages, 2001


(II)
EYTYXIA
Άντρας και γυναίκα κείτονται σε κρεβάτι λευκό.
Είναι πρωί. Θαρρώ
Όπου να ναι θα ξυπνήσουν.
Στο πλάι στο κομοδίνο ένα βάζο
κρινάκια﮲ το φως του ήλιου
μια λίμνη γύρω στο λαιμό τους.
Τον βλέπω να στρέφεται σ’ αυτήν
σαν να ΄ναι να προφέρει τ΄ όνομά της
μα σιγαλά, στο στόμα της μέσα βαθιά
Στου παραθύρου το περβάζι,
μία δύο φορές,
ένα πουλί καλεί.
Κι ύστερα αναδεύεται· το σώμα της
με την ανάσα του γεμίζει.

Ανοίγω τα μάτια μου· εσύ με κοιτάζεις.
Σχεδόν μες σ’ όλο αυτό το δωμάτιο  
διαχέεται ο ήλιος.
Κοίτα το πρόσωπό σου, λες
κρατώντας το δικό σου σιμά στο δικό μου
σαν να είναι καθρέφτης.
Πόσο ήρεμη είσαι. Κι o πυρωμένος τροχός
απαλά μας διαβαίνει.


ΗΑPPINESS
A man and a woman lie on a white bed.
It is morning. I think
Soon they will waken.
On the bedside table is a vase
of lilies; sunlight
pools in their throats.
I watch him turn to her
as though to speak her name
but silently, deep in her mouth
At the window ledge,
once, twice,
a bird calls.
And then she stirs; her body
fills with his breath.

I open my eyes; you are watching me.
Almost over this room
the sun is gliding.
Look at your face, you say,
holding your own close to me
to make a mirror.
How calm you are. And the burning wheel passes gently over us.

—Faithful and Virtuous Night, 2014


(ΙΙΙ)
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Θυμήσου τις μέρες της πρώτης μας ευτυχίας,
πόσο δυνατοί ήμασταν, πόσο έκθαμβοι από πάθος,
πλαγιάζοντας όλη μέρα, μετά όλη νύχτα στο στενό κρεβάτι,
εκεί να κοιμόμαστε, εκεί και να τρώμε: ήταν καλοκαίρι,
καθετί έμοιαζε μεστωμένο
με μιας. Και πόσο ζεστό ξαπλώναμε ακάλυπτοι τελείως.
Κάποιες φορές σήκωνε αέρα· μια ιτιά έτριβε το παράθυρο.

Όμως χαθήκαμε με κάποιο τρόπο, δεν το ένιωσες αυτό;
Το κρεβάτι ήταν σα λέμβος. Ένιωσα να μας παρασύρει μακριά
από την ίδια φύση μας, για τόπο που δεν υπήρχε τίποτε να μάθουμε.
Ο ήλιος αρχικά έπειτα το φεγγάρι, θρύμματά τους
πετροβολούσαν ανάμεσα απ’ την ιτιά.
πράγματα στην κοινή θέα του καθενός.

Τότε οι κύκλοι έκλεισαν. Αργόσυρτα οι νύχτες δρόσισαν.
τα κρεμαστά φύλλα της ιτιάς
κιτρίνισαν κι έπεσαν. Κι ο καθένας μας μπήκε 
σε βαθιά αποξένωση, παρότι δε το κουβεντιάσαμε ποτέ,
λόγω έλλειψης μεταμέλειας.
Ήμασταν ξανά καλλιτέχνες, σύζυγέ μου.
Μπορούσαμε να συνεχίσουμε το ταξίδι.


SUMMER
Remember the days of our first happiness,
how strong we were, how dazed by passion,
lying all day, then all night in the narrow bed,
sleeping there, eating there too: it was summer,
it seemed everything had ripened
at once. And so hot we lay completely uncovered.
Sometimes the wind rose; a willow brushed the window.

But we were lost in a way, didn’t you feel that?
The bed was like a raft; I felt us drifting
far from our natures, toward a place where we’d discover nothing.
First the sun, then the moon, in fragments,
stone through the willow.
Things anyone could see.

Then the circles closed. Slowly the nights grew cool;
the pendant leaves of the willow
yellowed and fell. And in each of us began
a deep isolation, though we never spoke of this,
of the absence of regret.
We were artists again, my husband.
We could resume the journey.

The Triumph of Achilles, 1985


(IV)
ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΑΠΗΣ
Πάντα υπάρχει κάτι για να φτιαχτεί απ’ τον πόνο.
Η μάνα σου πλέκει.
Βγάζει κασκόλ σ’ όλες τις αποχρώσεις του ερυθρού.
Προορίζονταν για τα Χριστούγεννα, και σε κράτησαν ζεστά
όσο εκείνη ξαναπαντρευόταν πάλι και πάλι, κουβαλώντας κι εσένα
από κοντά. Πώς θα μπορούσε να πάει το πράγμα,
όταν όλα αυτά τα χρόνια αποθήκευσε τη χήρα καρδιά της
λες κι επρόκειτο να επιστρέψουν οι νεκροί.
Διόλου περίεργο που είσαι όπως είσαι,
φοβάσαι το αίμα, τις γυναίκες σου
σαν ένα τούβλο πάνω σ’ ένα άλλο στον τοίχο.


LOVE POEM
There is always something to be made of pain.
Your mother knits.
She turns out scarves in every shade of red.
They were for Christmas, and they kept you warm
while she married over and over, taking you
along. How could it work,
when all those years she stored her widowed heart
as though the dead come back.
No wonder you are the way you are,
afraid of blood, your women
like one brick wall after another.

—The Wild Iris, 1992

Η Louise Glück (1943) είναι Αμερικανίδα ποιήτρια, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος. Έχει διατελέσει καθηγήτρια  Αγγλικής φιλολογίας στα Πανεπιστήμια Yale, New Haven καιConnecticut. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1968 με την συλλογή «Firstborn» και σύντομα κατατάχτηκε ανάμεσα στις  σημαντικές ποιητικές φωνές της Αμερικής. Έχει τιμηθεί επανειλημμένα για το έργο της με σημαντικά βραβεία όπως το Pulitzer (1993) και το 2020 με το Nobel λογοτεχνίας. Η Louise Glück έχει εκδώσει 13 ποιητικές συλλογές και μια συγκεντρωτική ενώ το έργο της έχει αποτελέσει συχνά αντικείμενο ακαδημαϊκής μελέτης. Η ποίηση της χαρακτηρίζεται από διαύγεια και λιτότητα. Έλκει τα θέματά της από την παιδική ηλικία την οικογενειακή ζωή και τον φυσικό κόσμο. Διαπραγματεύεται το  τραύμα, την επιθυμία, τη μόνωση την ανάμνηση την ψευδαίσθηση. Έχει θεωρηθεί  αυτοβιογραφική ποιήτρια· πλην η διαπραγμάτευσή της αφορά το παγκόσμιο υποκείμενο στην ανθρωπινότητά του και την ικανότητά του να ίπταται πάνω από την έλλειψη.

Artwork: Portrait of Louise Glück used for a poster promoting a reading at the Poetry Center at the Museum of Contemporary Art in Chicago | Circa 1976–77

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: