Νίκος Καρούζος

ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Στα έρημα χαράματα των κήπων αραιά
πέφτουν τα δάκρυα των άστρων.
Αναλάμπει ο αρχαίος υμέναιος
η ολκή του θανάτου.

Την ώρα που τραβιέμαι απ’ την κόλαση
τίποτα δεν κατορθώνω.

Συνήθισα να κλονίζομαι.
Στις πικρές θάλασσες το νερό υποφέρει.

Ξόδεψα μακρινούς περίπατους για να καταλάβω:
Η ζωή δεν έχει και τόση ζωή μέσα της∙
όλο το ζήτημα είναι, να δούμε μονάχα
πού βγάζει τις φλόγες.
Τότε προσεχτικά πλησιάζουμε
κρατώντας μια χαρτοσακούλα
και τη γεμίζουμε.

Όταν παιδέψεις τώρα δα μια πεταλούδα δεν το βλέπεις
αλλ’ αργότερα κάπου θα πονέσει ο πολιτισμός.
Όταν τα δέντρα μες στους κήπους
πλέκουν το αεράκι του θέρους
ο άνθρωπος που διαιρεί με πληγώνει.

Στον ήλιο τώρα εξαφανίσου. Μέχρι πότε
θα παίζει ο σκοπός με τα εμπόδια;
Μέχρι πότε θα βλέπεις τη μύγα
να σεργιανίζει πάνω στη ζάχαρη;
Σε ονόμασα βήματα για ν’ αστράφτει
ανήλιαγος ο νόμος
που συχνά ψιθυρίζει στην αφή
πως ο δρόμος δεν υπάρχει.
Σύμβολο και πραγματικότητα – η ίδια φτώχεια.
Στον ήλιο τώρα εξαφανίσου για φανέρωση.

Όταν δίνεις ένα φιλί στο εικονοστάσι
φιλάς τη ζωή
κι αυτό φτάνει.

Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες (1971)


ΕΝΑ ΞΟΡΚΙ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΦΩΝΑΧΤΑ
Στο μίσος μετέχω μπαίνοντας οπουδήποτε –
στα πλοία στ’ αεροπλάνα στα καταστήματα.
Στο μίσος μετέχω μπαίνοντας πριν απ’ όλα
στα λεωφορεία.
Φεύγετε να φεύγουμε
φεύγετε ν’ αχρηστέψουμε τις πόλεις.

Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες (1971)


Η ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ   
Συχνά πηγαίνοντας με τα πόδια, κουβαλώντας μονάχα
το μισογεμισμένο σάκο μου, στα τόσο δροσερά
κι απόμακρα λαγούμια
λίγο πιο κείθε απ’ τη φαντασία σ’ εκείνη τη δεύτερη
μεγάλη και καθάρια πραγματικότητα
που γιορτάζουν έρημοι σαν όλα τ’ απόκοσμα ζούδια
οι ουρανόπληχτοι με τ’ άδικο σκοτωμένο
σαν όρνιο στην άφωνη ρεματιά την απροσδόκητη –
χάνομαι σ’ αναρίθμητα μόρια ζωής που δεν τα βλέπω.
Κάθε φορά και πιο πολλές είν’ εκεί πέρα οι γιορτάδες
κάθε φορά και πιότερα σα ν’ ακούγονται τραγούδια.
Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας
ο Έσχατος τ’ Ουρανού με χιλιάδες έντομα στην όραση
μ’ αξεθύμαστα γιασεμιά στο νυμφώνα
μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα
και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας
αγγίζει τους ραχιτικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα
μαλάζει τους πρησμένους αστραγάλους
αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες
και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη.
Σιγά – σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος
αρχίζει το νταούλι μέσ’ στα πανηγύρια
κι ολούθε πια σηκώνεται στο στήθος η ρωμιοσύνη
και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τα φωτερά κοντάκια μέσ’ στους ύμνους
κι ανασαίνουμε πέλαγα σε μικρή κολυμβήθρα
κι αποσπούμε τα καρφιά της Σταυρώσεως.
Εκεί μια τέτοιαν ώρα σαν ωραιότατος
εγέρθηκε καπνός ο Γελάσιος και είπε:
«Το μέλλον είναι μάτι
το παρελθόν αφτί
για τον απλό χωριάτη
και για τον ποιητή!
Το μέλλον είναι κάτι,
μα όχι κάτι που νομίζουμε…»
Γεννιέσαι και μπαίνεις μέσ’ στο αίνιγμα
πεθαίνεις και τ’ αφήνεις ανέπαφο.
Τι άλλο να προσθέσω πια στη δύναμη του έαρος;
Πλήρης από έλλειψη νοήματος
υπερέχω.
Τίποτ’ άλλο δεν έχω να εκπροσωπήσω
τη χαρά μου μονάχα και μονάχα τη θλίψη μου
σ’ αυτό τον κόσμο που τον παγιδεύει θανάσιμα
όχι το σκοτάδι κι η μαυρίλα
μα το βαθύ χαντάκι της προοπτικής…
Ο χρόνος είχε μόλις ανατείλει.

Χορταριασμένα χάσματα (1974)


Ο ΑΚΕΡΑΙΟΣ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ   
Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.
Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος έλληνας που κράτησε
τον πόνο στο σωστό του το ύψος
αγνοώντας και δημοτικισμούς και εξελικτισμούς και μόδες
αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια
την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων
αγνοώντας τον αιώνα της καπλάζουσας εξυπνάδας
ο ανοξείδωτος.
Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα
πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξιπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος
εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.

Χορταριασμένα χάσματα (1974)

ΠΗΓΗ: Νίκος Καρούζος – Η Δεύτερη Εποχή | Εκδόσεις Ερατώ, 1988

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στο Ναύπλιο τον Ιούλιο του 1926. Συνεργάστηκε με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά: τα Αθηναϊκά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης, Νέα Εστία, Ευθύνη, Σύνορο, Διαγώνιος. Το 1988 βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Πεθαίνει στην Αθήνα τον Σεπτέμβρη του 1990.  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: