Σάββας Λαζαρίδης | ΙΙ ποιήματα

ΚΟΥΡΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΑΛΙΑ ΡΟΛΟΓΙΑ
Το σπίτι που ονειρεύτηκες, έχτισες και για λίγο
πρόλαβες να ζήσεις, ανοίγεται τώρα πια μπροστά
στον άνεμο και τα ξερά λιβάδια καθώς σε βλέπω
να μαζεύεις ασπάλαθους δίπλα στη Σύλβια Πλαθ
αλλάζοντας επίμονα τρόπους δεσίματος. Ένας κόμπος
τη φορά με σπάγκο ή δέρμα από ταλαιπωρημένα δάχτυλα
που δεν πρόλαβαν να αγγίξουν τα ίχνη μέλλοντος
σφραγίζουν εκείνο το ματσάκι πριν ανατείλει η μέρα
σε ένα χαμογελαστό ορίζοντα κρύβοντας τα δάκρυα.
Φοβήθηκες για μια στιγμή καθώς παρατηρούσα
να κάμπτονται τα μάτια σου μπροστά στο φως
και τον ξηρό αέρα του θαλάμου, αίσθηση πρωτόγνωρη
για μένα που θα τη ζούσα ξανά και ξανά ουρλιάζοντας
μέχρι να γεννηθεί η κόρη μου. Θρύμματα–κομμάτια
παλιών χαρτών στα χέρια μου είναι όλα τα ενθύμια
που άφησες και μια τούφα από καστανά μαλλιά
να αντλούν εκείνη τη δίψα για ζωή, δίψα ασυγκράτητη
από λόγια εντελώς πρωτόγνωρα σε κάθε γουλιά
ζεστού καφέ ξαναζωντανεύοντας το όνειρο
ενός σταματημένου ρολογιού. Καθισμένη δίπλα μου
στο παιδικό της καρεκλάκι νιώθω επιτέλους
να αναριγούν οι ρίζες κάτω από τα πόδια του τραπεζιού
που γιόρταζες και εσύ τα πρώτα σου γενέθλια


ΓΕΜΑΤΑ ΚΑΡΟΤΣΑΚΙΑ
Απτά σχήματα σε οδηγούν στα χέρια γυναικών˙
χαμένος στους ρόζους των δαχτύλων δεν γνωρίζεις
για εκείνα τα ασπρόρουχα μητέρας, τις εύθραυστες
ραπτομηχανές ή τη βία του ειρωνικού χαμόγελου που
κρύβουν στάσεις υπεραστικών λεωφορείων
μέσα στην ομίχλη της διαφοράς μιας σκέψης απροσδιόριστης
και της πόρτας εξόδου του προσωπικού διαγράφοντας
ολόκληρη τη νύχτα. Αυτό θα μπορούσαμε να είμαστε,
αν όχι σκιές που θα αγκάλιαζαν τα δάκρυα της γέφυρας
αυτοχείρων συνδαιτημόνων σε εστιατόρια εθνικών οδών
βρίσκοντας αλήθειες προγενέστερων ειδώλων. Ο χρόνος
για τη λύση της κραυγής, τυλιγμένες ενδείξεις πως
δεν αλλάξαμε παραμένοντας άμορφες μαϊμούδες που
δεν αφήσαν ποτέ να κοιμηθούν, σκαρφάλωνε
στα τραχιά σχοινιά της τέντας πριν το θέαμα
αρπάξει φωτιά και απομείνει ένα τσίρκο
ιδεών και υπολειμμάτων φόβου. Κανένας δεν θα κατέβει,
όσο δεν πιστέψαμε στη λύση καλοκαιρινών μεσημεριών˙
εκκολαπτόμενες ζωές μέσα σε ζωές γεμάτες πόθους
για ανολοκλήρωτα διηγήματα του Γουίλιαμ Φώκνερ,
εκτοπλάσματα ροζ χαπιών και κάθε μικρή μεταβολή
στη σκέψη θα δήλωνε πως δεν ήσουν έτοιμος ποτέ
για εκείνο το διασκεδαστικό πλιάτσικο ονείρων

Αργότερα, μέσα σε κουτάκια μπύρας χτίζουμε
παράγκες ησυχαστήρια περιμένοντας για συντροφιά
τη μεγαλοπρέπεια των σταρένιων μαλλιών˙ συνήθειες
συγγραφέων μπλεγμένων στα φυλλώματα παιδιών που
χαράζαν ακατανόητα ονόματα στην άμμο εξηγώντας
στα κομμένα δέντρα τη γεύση ερχόμενων καιρών

Πρώτη δημοσίευση @ Εξιτήριον

Artwork: © sean_hickin | CC BY-NC 2.0

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: