Παναγιώτα Τσιανογιάννη | ΙΙ ποιήματα

ΟΙ ΡΟΔΙΕΣ
Αφού παιδιά δεν έκανα,
ας γίνω Άντρας
Ναι,
με την κοιλιά φουσκωμένη απ’ τα κρασιά,
κι όχι σπέρμα
με ένα πουκάμισο ριγέ και παντελόνι με τσάκιση
θα κρύψω τους γοφούς,
γραβάτα μαύρη θα σφίξει το στήθος
να μη φαίνεται
ένα να γίνει με το στέρνο
αυτό το σπασμένο,
κομμάτια το ωάριο.
Το Τυχερό!
Μ΄ αγγίζεις κι έχει μια γλύκα τόση, η επαφή
που αφήνει πίκρα ο οργασμός … απ’ το πολύ…
πολύ η νύχτα, Συνήθισα
το φως πονά… στα άκρα, στο κορμί
Μουδιάζουν τα χείλη, οι λέξεις δυσνόητες.
Η γλώσσα πρησμένη, δεν μιλά μόνο δείχνει!
Πολύ,
αυτό που κλήθηκα να πω
Παιδιά, που στα μαύρα δεν μ’ έντυσαν
κι ακόμα ένα
η χωρίστρα, η αντρική, με νικά
Η χτένα αφήνει ροδιές στο κεφάλι
γυαλιστερές από λάδι Μαροκινό
ανεβαίνω στο σκαμπό
μπροστά στον καθρέφτη
η όψη μοιάζει με καλοκαίρι
οι γυναίκες χωρίς παιδιά
έχουν μια όψη παιδική
και κουβαλούν μωρά στους ώμους
χωρίς πνοή,
μα οι πατημασιές, τσιμπιές
κόκκινες ροδιές
σε μαλλιά κολλημένα



…ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΥ
Κλαδιά… λόγχες στον ουρανό,
δε νιώθουν,
ανταμώνουν κάπου στα μισά,
σε τρυπούν,
γελάς
αχ πόσο καλά θυμάμαι το γέλιο σου!
Πετάς πάνω απ’ τα γυμνά κλωνιά.
Ίπτασαι και χαίρεσαι
κι ας μας έντυσες στα μαύρα.
Φιλαράκι, άδικο το κερί που ζητάς,
κοιτάω ψηλά και τα μάτια πονούν,
έλα για ένα βράδυ,
με ένα μπουκάλι Black, στο «Legent»
να σου μιλώ για κείνα που κάψαν το λαιμό,
βελούδινα να τα αγγίξεις
Να μην πονώ!
να τα ακουμπάς με βάλσαμο
και «νέα» να τα φτιάχνεις,
κραυγή έξω απ’ τα παλιά σφαγεία,
το κεφάλι σκύβεις.
Τότε μονάχα είδες το κόκκινο πάνω μου,
τότε μονάχα κατάλαβες και θύμωσες…
 …σαν έφηβος πιωμένος.
Ίπτασαι πάνω απ’ τα κλωνιά
κι εγώ σου φτιάχνω κεφτεδάκια στην ξένη χώρα.
Δε σ’ αγκαλιάζω, γιατί ξέρω ότι κι αύριο θα σε δω.
Χαϊδεύω τον καφέ καναπέ, αυτόν της «συμπεθέρας»
κι ακούω Μαρινέλα στο πίσω δωμάτιο,
το φίλο Σπύρο παρηγορώ
κι εσύ γελάς, που 5 το πρωί
ψήνω πατάτες στο φοιτητικό σου σπίτι,
για να ξορκίσω την ξένη «χυλόπιτα».
Παιδιά όλοι
ίσως πλέον νεκρά,
μα… μονάχα εσύ θαμμένος!
Ίπτασαι φίλε,
μου ανακατεύεις τα μαλλιά,
μου τσιμπάς το μπράτσο
και σφηνάκια «Τζακ» με κερνάς!
«Βλαχάκι», μου πες,
μετά τις γιορτές θα σου ΄ρθω.
Χριστούγεννα σιμώνουν,
στο Πορτ Μπαγκάζ, δώρα
για το παιδί, τη Σουζάνα, τη μάνα,
ευχές στον Γιώργο, στον Τόλη , σε μένα…
Μια βόλτα, 22 Δεκέμβρη
«Τα καταστήματα στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά»,
χα χα,
εσύ πρόλαβες και τώρα ζυγίζεις,
αυτά που αφήνεις …
…αυτά που θα βρεις
πετάς το κέρμα,
στον αέρα ίπταται
δεν πιάνει γη
κι εσύ ακολουθείς, πετάτε μαζί
Εκδημών
Ίπτασαι πάνω από τα γυμνά,
χειμωνιάτικα κλωνιά!

Artwork: © OpenClipart-Vectors @ Pixabay

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: