Μάρκος Σγάντζος | Το χαμένο αεράκι

Εκείνο το καλοκαίρι νόμιζες ότι θα διαρκέσει για πάντα. Υπήρχε μια άπνοια που κρατούσε για μέρες και χειροτέρευε την υγρασία, κάνοντας την ατμόσφαιρα πιο αποπνικτική. Η επαρχιακή πόλη είχε αρχίσει να ησυχάζει, αφού και οι τελευταίοι είχαν όλα τα παραθυρόφυλλά τους κατεβασμένα και με κλειστά τα φώτα προσπαθούσαν να κρατήσουν τη ζέστη έξω. Είναι αργά το βράδυ. Στο Γενικό Νοσοκομείο που βρίσκεται στην καρδιά της επαρχιακής πόλης επικρατεί μια θλιβερή αίσθηση μιζέριας αναμεμιγμένη με μυρωδιές προχωρημένης σήψης, αντισηπτικού κι οξυζενέ. Το μόνο που διαταράσσει την ησυχία, είναι αυτοί οι ανεμιστήρες οροφής που χωρίς να σε δροσίζουν, κάνουν ένα διαβολεμένο βουητό που σε κοιμίζει.

Ο μεγάλος γιατρός που τον κάλεσαν επειγόντως να έρθει, ήταν λίγο πάνω από τα εξήντα, σοβαρός, με όψη επικριτική και ενοχλημένη που χρειάστηκε να αφήσει το σπίτι του για να πάει νύχτα Παρασκευής στην εφημερία. Πρωί-πρωί την επομένη, θα έφευγε για διακοπές σε μεγάλο παραθεριστικό αξιοθέατο όπου τον περίμενε η οικογένειά του. Παχύσαρκος, γεμάτος έπαρση και αυθεντία, έμοιαζε κουρασμένος για να ανέχεται τις βλακείες και την ανασφάλεια των νεότερων συναδέλφων του. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μην δείξει την απέχθειά του, αλλά περίμενε να ακούσει τη σκέψη του νεαρού γιατρού: να του εξηγεί όλος ανασφάλεια το επείγον για το οποίο ζήτησαν την βοήθειά του. Ένα πράγμα είχε μάθει τόσα χρόνια: όσο μεγαλύτερος γινόταν, τόσο λιγότερο σίγουρος ήταν για οτιδήποτε. Γι’ αυτό δεν τον αποπήρε αμέσως. Ήταν κι εκείνη η όμορφη νοσοκόμα μπροστά· δεν ήθελε να φανεί μια κακή συμπεριφορά από μέρος του. Του αρκούσε μάλιστα να την παρακολουθεί κρυφά που τον θαύμαζε μ’ εκείνα τα τεράστια μάτια και την ψιλόλιγνη κορμοστασιά της.

Ο νεαρός γιατρός τον κοίταζε όλο δέος. Πλησίαζε τα τριάντα, και ήθελε κι αυτός τόσο πολύ να του μοιάσει: να γίνει πετυχημένος χειρουργός, με μεγάλη περιουσία και σημαντικό όνομα στην πόλη. Δεν τον πείραζαν οι λεπτομέρειες· θα έκανε οτιδήποτε για να πετύχει. Όπως έλεγε κιόλας στην αγαπημένη του, σίγουρα έπρεπε να κάνει κάποιους δύσκολους συμβιβασμούς, ώστε να πετύχει σ’ αυτήν τη διεφθαρμένη κοινωνία. Θα τα κατάφερνε, αρκεί να έχει καλές συστάσεις από την τωρινή του δουλειά, μιας και ο χειρουργός είχε γερές επαφές στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Όταν ο νεαρός γιατρός τελείωσε με την εξιστόρηση του περιστατικού που τον απασχολούσε, του ζήτησε να δούνε τον ασθενή. Όσο και να μην ήθελε να τον ενοχλήσει, έπρεπε όλοι να φυλαχτούν, να μην υπάρξει κανένα νομικό πρόβλημα. Εξάλλου, αυτός ο ασθενής είχε απασχολήσει όλη την κοινωνία της πόλης με τις πράξεις του και η υπόθεση ήταν πολύ περίεργη. Ο νεαρός γιατρός του φάνηκε καλό παιδί. Έμοιαζε να είναι σε καλό δρόμο. Φαινόταν άλλωστε από τον σεβασμό του.

Γύρισε και κοίταξε τον ασθενή. Δεν είχε δει κάτι τέτοιο στα σαράντα χρόνια άσκησης της ιατρικής. Έναν άνθρωπο που δεν τον ένοιαζε καθόλου για τον εαυτό του. Ήταν ένας άντρας που πλησίαζε τα πενήντα. Το βλέμμα του αποφασιστικό, αλλά παράξενα ήσυχο για κάποιον που προσπάθησε να σκοτώσει το πρώην αφεντικό του με τόσο βάναυσο τρόπο. Φαινόταν ότι πέθαινε και το χειρουργείο που του είχαν κάνει δεν είχε καταφέρει να τον σώσει. «Ήθελα απλώς μια ωραία, εύκολη ζωή. Τι, ήταν λάθος αυτό;», είπε με σβησμένη φωνή. «Είχα κουραστεί να κάνω συνέχεια αυτό που έλεγαν. Με απέλυσαν από τη δουλειά και έχασα το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Δεν μπορούσα να πληρώσω τις υποχρεώσεις μου και έμεινα στο δρόμο. Η γυναίκα μου, παρότι με αγαπούσε πολύ, εξαιτίας των παιδιών που δεν μπορούσαμε να θρέψουμε, έπρεπε να πάει να μείνει με τους γονείς της, πέντε ώρες μακριά με το αυτοκίνητο. Δεν κατάφερα να τους δω από τότε ούτε μια φορά. Τελικά, πήρα την απόφαση να  τιμωρήσω το αφεντικό που τόσο αβίαστα και χωρίς να χρειάζεται, έκανε ό, τι έκανε, γιατί μπορούσε. Προσπάθησα ώστε να μην ξανακάνει σε κανέναν αυτό που έκανε σε μένα».

Έσβησε, λέγοντας ότι τελικά δεν πουλήθηκε και ότι δεν μετάνιωνε, γιατί ήλπιζε ότι θα τέλειωναν κάποια στιγμή οι άνθρωποι-σαρκοφάγοι που δεν νοιάζονταν για κανέναν παρά μόνο για τον εαυτό τους. Ο γιατρός τον κοίταξε σιωπηλά σκεπτικός. Ένιωσε ντροπή για την επιβίωσή του και όλους αυτούς τους συμβιβασμούς, αλλά αυτό κράτησε μόνον λίγες στιγμές. Τα μάτια του, μέσα από τα χοντρά του γυαλιά, στάθηκαν για λίγο στο κενό.  Είχε μάθει να μην δείχνει τα συναισθήματά του. «Είναι επιτυχία να τα έχεις εντάξει με τον εαυτό σου», σιγοψιθύρισε.

Ανασήκωσε τους ώμους και προχώρησε προς το γραφείο του. Έπρεπε να πάει στο γραφείο, να αφήσει την ιατρική του μπλούζα και να επιστρέψει στο σπίτι. Αύριο είχε ταξίδι να κάνει. Η ζέστη εξακολουθούσε να δυσκολεύει την αναπνοή του. Ένα δροσερό αεράκι χρειαζόταν για να συνεχίσει τη ζωή του κανονικά, χωρίς περισπασμούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: