Αντόνιγιε Ισάκοβιτς

—Πρώτη εμφάνιση στα ελληνικά

Μετάφραση από τα σερβικά: Γιώργος Γκόζης

Το μεσημέρι, εκείνης της ίδιας χειμωνιάτικης ημέρας, αιχμαλωτίζουμε έναν Γερμανό. Τον ανακρίναμε στο επιτελείο και εμένα με καλούνε πριν το σούρουπο: μου τον δίνουν να τον εκτελέσω. Φρικτό, δεν το έκανα ποτέ.

Τον συνοδεύω, τα χέρια του δεμένα πίσω με ζώνη. Βηματίζει μπροστά μου ο Γερμανός. Μόνοι στο χιόνι, βλέπω την πλάτη του. Είναι καθαρός, μαλλιά ξανθά. Σκέφτομαι: Αν ήθελε να το σκάσει, θα ήταν πολύ ευκολότερο, απόπειρα απόδρασης.
Πάλι σκέφτομαι: Στον πόλεμο είναι όλα απλά. Αυτός είναι ο εχθρός μου. Τους συντρόφους μου μια οβίδα τους τίναξε στον αέρα.

Θέλω να καπνίσω. Του χτυπώ (την πλάτη), τρέμει, του λέω: «Μείνε εκεί».
Αυτός συγκατένευσε με το κεφάλι και σα να είπε: «Καλά».
Πρέπει να μην άκουσα καλά. Από πού κι ως πού ένας Γερμανός να γνωρίζει σερβικά!
«Πήγαινε να καθίσεις σε εκείνο το κούτσουρο», του λέω.
Εκτέλεσε με ακρίβεια την εντολή. Κάθισα στο άλλο.
—Ώστε, ξέρεις σερβικά!
—Ξέρω.
—Πώς σε λένε;
—Χάρι Κλάιστ.
—Μα, εσύ είσαι σωστός Γερμανός!
—Τι περιμένεις; Πυροβόλησε!
Κι έγινε ολόκληρος κόκκινος.
—Κάνεις τον γενναίο. Τη βλέπεις αυτή τη σφαίρα; Αυτό σε χτυπάει στο κεφάλι και τέρμα.

Του λύνω τα χέρια και του δίνω να ανάψει. Εκείνος κάπου κοιτούσε και μιλούσε μόνος του.
—Είμαι εδώ στη Βοσνία πενήντα τρεις ημέρες. Πράγματι, ψάχνουμε παντού παρτιζάνους.
—Εμείς είμαστε νυκτόβιοι.
—Εμείς της ημέρας.
—Αλήθεια είναι. Ο αξιωματικός σας φέρει περίστροφο. Το περίστροφο κατευθύνεται πάνω σου, στον απλό στρατιώτη, για να υπακούς και να προχωράς, γι’ αυτό είστε της ημέρας, για να σας βλέπει. Ενώ εμείς είμαστε νυχτερινοί αντάρτες, λίγο-πολύ διατάζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας. Και η περιοχή δε μας ενδιαφέρει. Είναι όλη δική μας.

Ο Γερμανός κάπνισε αργά. Σήκωσε το κεφάλι.
—Είμαι βοηθός φαρμακοποιού.
—Δεν θέλω να ξέρω τίποτα. Είσαι μια στολή. Ξεκίνα, πήγαινε!
—Εδώ θέλω!
Κρατούσε το στομάχι του, σχεδόν γονατιστός. Τον κοίταξα, στα γαλανά μάτια τα δάκρυα είναι πολύ καθαρότερα.

Στη στιγμή φωνάζω: «Σήκω! Πήγαινε όπου νομίζεις!», και πυροβόλησα στον αέρα. Όλη τη δεσμίδα. Άφησα τον Γερμανό, πήρα την αμαρτία πάνω μου. Θα κάψει, ίσως, κάποιο σπίτι, θα πυροβολήσει εναντίον μας, ο πόλεμος συνεχίζεται.

Επιστρέφω στο επιτελείο και ανακοινώνω εν συντομία: «Τελείωσε…»

…αλλά δεν τελείωσε.

Πριν από κανα χρόνο, σκόπευα να πάω στη Βιέννη. Θέλω να δω αυτό το θαύμα από το οποίο προέρχονταν τα βάσανά μας. Ο πατέρας μου, οι θείοι μου από τη μεριά της μητέρας μου και εκείνοι από τη μεριά του πατέρα μου, όλοι πολεμούσαν εναντίον τους. Ξεκίνησα, ταξιδιωτικό γραφείο «Ο ταξιδιώτης», στο γκρουπ δε γνωρίζω κανέναν.

Η Βιέννη τεράστια. Οι συνταξιδιώτες μου κοιτάζουν τις βιτρίνες και σε μια διάβαση τους χάνω. Περιπλανιέμαι. Πού είναι ο σταθμός; Το τρένο αναχωρεί στις εννιά. Παίρνω έναν δρόμο, μετά άλλον, τραμ, καφενεία. Θέλω να πιω μπύρα. Μπαίνω στο πρώτο καφενεδάκι. Κάθομαι.

Στη γωνία, δίπλα στο παράθυρο, κάποιος με παρατηρεί. Γκρίζο μούσι, γαλανά μάτια, μάγουλα κόκκινα. Πλησίασε το τραπέζι μου και είπε κάτι στα γερμανικά.
Κι εγώ αμέσως:  «Δεν σας καταλαβαίνω, κύριε».
«Θα συνεννοηθούμε», λέει στα σερβικά, «Εμείς γνωριζόμαστε».
Θυμήθηκα στη στιγμή.
—Ο Χάρι Κλάιστ.
—Ναι, ο Χάρι. Τώρα είμαστε δίχως στολή.

Ο σερβιτόρος στεκόταν στην άκρη του τραπεζιού μας.
«Μπύρα και λουκάνικα», λέει ο Κλάιστ.

Ήπιαμε μπύρα, φάγαμε λουκάνικα, ανάψαμε τσιγάρα.
«Το ήξερα ότι θα με άφηνες», λέει ο Χάρι Κλάιστ.
«Εγώ δεν το ήξερα, μου ήρθε εκείνη τη στιγμή», είπα.

Ξεκινήσαμε για τον σταθμό. Ήταν κοντά. Και πάλι, δεν θα τον έβρισκα μόνος. Ανέβηκα στο τρένο. Ο Χάρι Κλάιστ έβγαλε το καπέλο του. Στάθηκε σχεδόν σε στάση προσοχής.

Το τρένο απομακρύνθηκε, έμεινα στο παράθυρο ώσπου ο Χάρι Κλάιστ μετατράπηκε σε μαύρη κουκκίδα.

—Προσαρμοσμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Η ριπή 1», 1976.

Ο Αντόνιγιε Ισάκοβιτς (Antonije Isaković) (Βελιγράδι 06.11.1923-13.01.2002) ήταν Σέρβος διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος. Το 1982 απέσπασε το βραβείο κύρους ΝΙΝ, της τότε Γιουγκοσλαβίας, για το έργο του «Η ριπή 2», ως το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς. Μέλος της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών. Υπήρξε ένα από τα 50 μέλη της, τα οποία υπέγραψαν τον Οκτώβριο του 1989 αίτημα σε βάρος του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.

Artwork: © Antonije Isaković

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: