Νίκος Λέκκας | Που πάει η αγάπη όταν φεύγει;

Στον Θύμιο Λέντζα

Ήταν κι είναι εσωτερική ερώτηση που απασχόλησε ακόμα και το τραγούδι, σχεδόν εσωτερικός μονόλογος, ένα μονόπρακτο που εκ των προτέρων δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει: στην αποθέωση ή στο γιουχάισμα που όσοι το παίδεψαν χάθηκαν στους λαβυρίνθους του μυαλού; Όλα αυτά μετά· από κάποια ηλικία κι έπειτα. Γιατί στα χρόνια της παρόρμησης, όλοι ψάξαμε την αγάπη με τραγελαφικό τρόπο, έστω και συγκαλυμμένα από το κοινωνικό φαίνεσθαι κι είδαμε από τη σκοπιά του παρατηρητή, πετυχημένους ν’ αναζητούν την αγάπη ως λιγούρια. Αλλά η αγάπη είναι εντός· εσύ προς εσένα, κι όλα τ’ άλλα, ηδονές της στιγμής κι ένα σπάσιμο της πλήξης.

Αλλά υπάρχουν και μοναχικές ψυχούλες που αναζητούν την αγάπη απεγνωσμένα: ο λόγος στις λέσβιες που για να εκτονωθούν και να εκτονώσουν τη φρίκη τους είχαν το θράσος να καταστρέψουν ακόμα και το ηρωικό κι ένδοξο Μεταξουργείο: το πέτυχαν. Αλλά ξεχνάν ότι, χωρίς χειροπιαστή αγάπη, μπορείς και να ζήσεις άνετα —οι χειρολαβές είναι άλλου— χορτασμένος από την ζωή σου που όλοι οι άνθρωποι την έψαξαν και βρήκαν κάτι να την τονώσει, άλλα όταν φύγει το χειροκρότημα είναι κάπως άβολα τα πράγματα. Γιατί το χειροκρότημα πάει με τη μνήμη κι ότι ξεχνάς, δεν μπορείς να το χειροκροτήσεις. Κι αυτές οι πονεμένες ψυχές παθαίνουν τραμπάκουλο, που έχουν περάσει τόσα οι αξιοθρήνητες. Και πρέπει να συμπάσχει όλος ο κόσμος μαζί τους· δεν είναι λίγη η πλήξη που νιώθουν, χωρίς να τις κυνηγά η αστυνομία, χωρίς να τις χτυπάνε όλοι οι καιροί ξεβράκωτες στα σκοτάδια, χωρίς να τις τρέχουν και να έχουν την δυνατότητα να νοικιάσουν μέχρι κι οροφοδιαμέρισμα —έλα μουνί στο τόπο σου.

Και τί να πουν οι άλλες, οι σοβαρές· λέσβιες ήθους, γυναικάρες που δεν κώλωσαν: από τις υπόγειες ταβέρνες των ρεμπετών, έως στη Μάντρα του Αττίκ· από τη Σωτήρια Μπέλλου, ως την Κάκια Μένδρη! Μόνες και ξεχασμένες από όλους, σε νοσοκομείο και γηροκομείο, ξεχασμένες απ’ όλους. Με μια πίκρα που δεν βγήκε προς τα έξω· ήταν όμως αναφαίρετο δικαίωμα να τη νιώθουν. Αντιμετώπισαν τη ζωή σαν τους μελανζέ της επιθεώρησης —κι αυτοί φύγαν ξεχασμένοι, μόνοι και απόκληροι με μια μνήμη ελέφαντα— κι ενώ ήξεραν, ότι τις είχαν πάρει και τα χρόνια· αυτές ήλπιζαν, γιατί ξέραν ότι τα γεράματα δεν είναι για όλους· για θέμα αξιοπρέπειας και ευγενούς βιοπορισμού, γιατί η τέχνη της ζωής πότε δεν σεβάστηκε τους ανθρώπους της τέχνης και εθελοντικά τους έβαλε στη λήθη. Αλλά κάτι τέτοιες θα εμφανίζονται ως βαμπίρ και θα δικαιώνουν το ήθος· κάτι που ισχύει και για τους άντρες, αλλά στις γυναίκες είναι πολύ πιο χτυπητό.

Όμως η τέχνη είναι κάτι που κουβαλά κουράγιο, σαν τους λαϊκούς ανθρώπους του κρασιού, της απαλής ντρόγκας και του μόχθου που ξέρουν να αγκαλιάζουν και να θαυμάζουν και σαν την αυθυποβολή που έκαναν οι γυναίκες, οι μοδίστρες και οι κομμώτριες για τους έρωτες των κοριτσιών που βλέπαν στα περιοδικά να ψοφάνε για την ιδιωτική ζωή πολλών διασήμων που όσο ζούσαν την απέκρυψαν επιμελώς. Έρωτες κοριτσιών· άνθρωποι της ζωής με μια εσωτερική ακομπλεξάριστη πυγμή άνομης ηδονής για το χριστιανικά ήθη.

Artwork: © John William Godward (1861-1922) | «The quiet pet» (1906) @ Ιδιωτική συλλογή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: