Στάθης Λειβαδάς | Κίτρινα φώτα

(Ι)
Ένα άδειο φύλλο
τρυπημένο στη μέση
να περνά η μνήμη
τα βροχερά απογεύματα.
Δυο πατημασιές μαστιγωμένες
πρώϊμου Απρίλη της σιωπής.


(ΙΙ)
Δυο σταγόνες κίτρινης βροχής
στο μέτωπο
και κείνη η καμπαρντίνα
πού μυρίζει ναφθαλίνη
παράνομων αχτίφ.
Ένα κερί πού λυώνει, λυώνει, λυώνει…
δίπλα σε πεταμένο ροδόφυλλο.


(ΙΙΙ)
Ένα γαλάζιο πρωϊνό
και το φιλί στυφό
σαν πικραμύγδαλο.
Δυο συννεφιασμένοι μυρμηγκοφάγοι
τρύπωσαν στο όνειρο
μασουλώντας τα φύλλα
μισοτελειωμένου ποιήματος.


(IV)
Ένας κισσός ξεδιπλώνει τις σπείρες
όπως αέρηδες
τους θρόμβους των βίων.
Δυο φρέζιες αφουγκράζονται
τη μνήμη
υετώδους φθινοπώρου.


(V)
Μια παρτίδα πόκα
σιχτιρισμένου Αυγούστου
φτωχογειτονιών
δυο δρυοκολάπτες ροκανίζουν τον ιστό
μιας αδιάφορης νύχτας.


(VI)
Ένα τρεμάμενο σαλάγισμα
ρυτιδωμένου Σείριου
δυο ιππόκαμποι ερωτοτροπούν
κάτω απ’ το φάρο
πολωμένου φωτός.


(VII)
Δυο έκκεντρες πορείες
στη νυσταγμένη των βίων εκλειπτική.
Ένα ιζηματογενές όρυγμα
στις κόγχες
πεσσονομούντος Διός.


(VIII)
Μια παρήχηση του κοσμικού αχού
στο σταυρόνημα των ανέμων.
Δυο κοκκινολαίμηδες ξεχασμένοι
σε σκεβρωμένο αμπρί.


(IX)
Ένας κυρτωμένος καθρέφτης
στο ιώδες των αναμνήσεων
δυο μαύρα ανδρείκελα στοιχίζονται
στα βήματα αργεντίνικου τάγκο.


(X)
Ένας αντίλαλος του νερού
στα ρείθρα των ονείρων.
Δυο συλφίδες γλίστρησαν
πίσω απ’ τις κουίντες
όπως οι πεταλούδες
στις κουμπότρυπες των μελλοθανάτων.


(XI)
Δυο κλεμμένα νεύματα
απ’ τα φατνώματα της αυγής.
Μια πορτοκαλί ομπρέλα σεργιάνι
σαν χαίνουσα πληγή
γδικιωμένου άστρου.


(XII)
Δυο κίτρινοι χαρταετοί
σέρνονται στα απόνερα
χειμερινής πανσελήνου.
Μια σκονισμένη πλεξούδα αιωρείται
απ’ το παραπόρτι
σφραγισμένου οντά.


(XIII)
Δυο ρημαγμένοι βίοι
στροβιλίζονται στα γυρίσματα
του γαρμπή
μια νύχτα λαμπυρίζει
πίσω απ’ το τεφρώδες της ανυπαρξίας.


(XIV)
Δυο βήματα αριστερά
στο ερυθρό του φάσματος
ένας τζίτζικας εγκλωβίστηκε
στα ερτζιανά νυχτερινών ακροάσεων.


(XV)
Δυο νεοσσοί καθρεφτίζονται
στον ορίζοντα των Υάδων.
Ένα σφυρήλατο στέρνο
ανοίγει τα μάνταλα της νύχτας
σαν γητευτής του θανάτου.


(XVI)
Ένα σκουριασμένο καθρεφτάκι
στην ξερολιθιά των ανέμων
δυο ρόδακες πως ξεφύτρωσαν
σε τούτο τον βράχο
των αλγηδόνων;


(XVII)
Δυο κόρες τριβάδες αρπίζουν
απομεσήμερο
κουρνιασμένης κάμαρης
ένας εγώ
ενδεής και κυρτωμένος
στους μαιάνδρους του χωρόχρονου.


(XVIII)
Ένα τραγούδι αλαφροΐσκιωτο
καλοκαιρινού μπάτη
δυο αστροπελέκια πόντισαν
αλεξήλιο αίθριο
στο ανυπόθετο φως της Μεσόγειος.


(XIX)
Ένα πουλί αρόδο
στην κοσμοχαλασιά των μετεώρων
δυο λαθρομετανάστες
ξερνούν λύματα
σε κίτρινους λουτρώνες.


(XX)
Ένα χλωμό φως
καταφάσκει τη σιωπή της νύχτας
δυο μωβ πεταλούδες
παραστάτες της παννυχίδας
ωραίου νεκρού.

Επίμετρο: Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν κάπως σαν σονέτα πάνω στην ιδέα της εναλλαγής του ενός –μονάδας με το δύο-δυάδα.  Η εναλλαγή αυτή παραπέμπει – και αυτό πέρα από το περιεχόμενο των «σονέτων» καθεαυτών – στην πλατωνική αντίληψη του ενός ως ειδητικού αριθμού πού εκφράζει την έννοια της ιδέας αντιστικτικά με το δύο πού εκφράζει την γένεση, την ύλη πού παράγεται και μετέχει της ιδέας. Τα πρώτα 17 έχουν περιληφθεί με πολύ μικρές αλλαγές στη συλλογή «Αντιστίξεις της Σελήνης» πού εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 2004, τα τελευταία 3 γράφτηκαν πρόσφατα και είναι φυσικά ανέκδοτα.

Artwork: ©Στάθης Λειβαδάς

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: