Alden Nowlan

Επιλογή- Επιμέλεια: Λάμπρος Αναγνωστόπουλος

(I)
ΣΥΓΚΡΙΣΗ
Συγκρίνοντας τα γουρούνια με τις αγελάδες,
ο Τζακ ο χασάπης
λέει πως συμπαθεί τις αγελάδες και τις καταλαβαίνει.
Πάνε όπου τις στείλει και κάθονται ώσπου να πέσει
πάνω τους η βαριοπούλα του,
έπειτα αιμορραγούν νυσταλέα.

Τα γουρούνια, απεναντίας, τον αηδιάζουν: τρέχουν,
πετάγονται εδώ κι εκεί, πηδούν και τον λερώνουν
με αίμα που αναβλύζει σαν πίδακας από τη ράχη τους,
διότι αρνούνται να δεχτούν το τσεκούρι σαν κύριοι.


(ΙΙ)
ΣΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΧΕΙΝΣΒΙΛ
Δεν είναι όλ’ αυτά τα μάρμαρα
κτήμα του θανάτου. Πότε πότε
διαβάζεις κάτι όπως:
Τζον Άντριου Τάλμποτ: 1885- 1955
Μέρι, σύζυγός του, 1887-

Και την Ημέρα των Πεσόντων
η Μέρι θα έρθει
να αφήσει ένα βάζο με τουλίπες και νερό
πάνω στο ίδιο της το μνήμα.

Προνοητικοί οι Τάλμποτ:
στρώνουν το κρεβάτι πριν από το πρόγευμα
κι ετοιμάζουν το τραπέζι του προγεύματος
αποβραδίς προτού πλαγιάσουν.


(ΙΙΙ)
ΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙ ΣΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΠΩΣ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑ
Nα φωνάζει στους ξένους πως τους αγαπά,
να χαϊδεύει τα παραμορφωμένα παιδιά στα μαλλιά,
να σφίγγει τα λερά χέρια των ζητιάνων,
να σφυρίζει ερωτικά στα πιο άσχημα κορίτσια
και να σταματά μια μοχθηρή γριά στο δρόμο,
για να θαυμάσει το βλέμμα της…
Ιδού η τρέλα του αδερφού μου.

Δεν απόρησα που ήρθαν και τον πήραν,
που τον έδεσαν πισθάγκωνα…
επιτιμώντας το χαρωπό του γέλιο
με τη φρικτή σύνεση της όψης τους.


V)
ΑΝΗΜΠΟΡΙΑ
Γέρικη φοράδα, μάτια
σαν ραγισμένοι βόλοι,
φτύνει αίμα στο κριθάρι της,
τρέμει κουκουλωμένη στην ψάθινη κουβέρτα της.

Για τον πατέρα μου ως και το χαλάζι είναι προτιμότερο
απ’ την ανημποριά∙
αύριο το πρωί,
ατάραχος,
θα της φυτέψει μια σφαίρα στον κρόταφο
―μια κι έξω―
μετά θα τη θάψει στο πάνω λιβάδι.

Απόψε,
φεύγοντας απ’ τον στάβλο,
αφήνει το φανάρι σ’ έναν αναποδογυρισμένο κουβά,
στρέφεται,
τη βλαστημάει που του βγήκε σκάρτη,
κι απαλά με το πανωφόρι του
σκεπάζει την άρρωστη ράχη της.


(V)
ΣΥΝΗΘΗΚΗ ΠΡΟΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΥΣ
Αν το επιθυμείτε,
θα δεχτώ
πως είστε ευρυμαθείς,
σοφοί, χαριτωμένοι
και γοητευτικοί.
Δεν χρειάζεται
να με πείσετε.
Και τώρα, ίσως,
μπορούμε να πιούμε
μαζί.

ΠΗΓΗ: Άλντεν Νόουλαν, «Χαίρομαι που είμαι εδώ», Μετάφραση: Γιάννης Παλαβός | Εκδόσεις: Loggia, 2020.

Επίμετρο: Ο Άλντεν Νόουλαν (1933- 1983) υπήρξε από τους κορυφαίους και δημοφιλέστερους Καναδούς ποιητές του 20ου αιώνα. Εγκατέλειψε το σχολείο μικρός και έκανε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες για να επιβιώσει. Αργότερα δούλεψε ως συντάκτης σε εφημερίδα, υποβάλλοντας πλαστό βιογραφικό, ενώ από το 1958 έως το θάνατό του, υπήρξε παραγωγικότατος. Έγραψε δώδεκα ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων, θεατρικά έργα και ένα βιβλίο τοπικής ιστορίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: