Ελπίδα Θεοφανίδου | Στο Καπάνι

Πολύ πιο αδύνατος απ’ όσο είχε υπάρξει ποτέ και λίγο σκυφτός πια με αργό αλλά σταθερό βηματισμό έπαιρνε συχνά μέσα στην εβδομάδα το λεωφορείο από το Ντεπό και κατέβαινε στην κεντρική αγορά της πόλης, το Καπάνι. Εκεί έκανε τα ψώνια του κι έβρισκε όλα αυτά που ήθελε, ακόμη και την αγαπημένη του μαρμελάδα κυδώνι που κανένα σούπερ μάρκετ στη γειτονιά δεν είχε. Και μετά καφεδάκι στο μέρος που το έπινε και πριν με την κόρη του, στο «Μοντιλιάνι», ένα γωνιακό μαγαζί με καμάρες οι οποίες στην εσωτερική τους μεριά είχαν αντιγραφές έργων του ονομαστού ζωγράφου. Καθισμένος έπαιρνε μια ανάσα κι απολάμβανε αυτό το πολύβουο και ζωντανό κομμάτι από τον πολύχρωμο πίνακα στο κέντρο της ιστορικής αγοράς. Από εκεί μπορούσε να δει όλη την κίνηση και τα καταστήματα. Φρούτα και λαχανικά, μπαχαρικά και βότανα με τις μυρωδιές τους, είδη νοικοκυριού και ρουχισμού, μπακίρια και θρησκευτικά είδη απλώνονταν μπροστά του. Το Καπάνι, ίσως και ένα πέρασμα από το Μοδιάνο λίγο πιο κάτω, και τα δύο με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, ήταν πολύ βασικό κομμάτι της καθημερινότητάς του. Πώς θα το άφηνε τώρα;

Πρώτα ήρθε η επιδημία και μετά η πανδημία, COVID-19.  Αυτός, όμως, είχε περάσει τόσες και τόσες δυσκολίες και γλίτωσε. Γεννημένος από γονείς πρόσφυγες από τον Πόντο που ήρθαν με την ανταλλαγή πληθυσμών το ‘22 κουβαλούσε τον πόνο και τις ιστορίες τους. Τα ανθρωποβόρα έλη στην περιοχή της Καλαμαριάς, μετατοπίσεις, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ορφάνια, φτώχια, νίκες και ήττες, αγώνες και αγωνίες. Και επέζησε. Είδε τον 21o αιώνα στη χώρα του και στον κόσμο. Και θα φοβόταν τώρα έναν ιό; Τι να τον φοβίσει στα 89; Όχι ότι δεν ήθελε να ζήσει, αγάπησε πολύ τη ζωή, κι ακόμα την ήθελε, παρόλη την κούραση των πολλών δεκαετιών που πέρασαν από πάνω του.

Δέχτηκε τα γάντια και τη μάσκα ως αναγκαίο κακό. Συνέχισε να βγαίνει καλοντυμένος, με τη γραβάτα και το γιλέκο, καλοχτενισμένος, με λίγη Old Spice στο ξυρισμένο του πρόσωπο. Στο ένα χέρι σταθερά το μπαστουνάκι, στο άλλο κρεμασμένο το σακίδιό του με το μπουκαλάκι της κολόνιας και ξεκινούσε για τις δουλειές του. Στις ανησυχίες και στις παροτρύνσεις μας να περιοριστεί για λίγον καιρό στο σπίτι απαντούσε αποφασιστικά ότι οι τοίχοι θα πέσουν να τον πλακώσουν και όταν του λέγαμε πόσο μας λείπει και πόσο τον αγαπάμε, εκείνος άλλαζε γρήγορα θέμα ή έκλεινε βιαστικά το τηλέφωνο, γιατί όλο αυτό του φαινόταν κάπως σαν μια πρόβα για έναν μελλοντικό επικήδειο, σαν ένας θρήνος που έρχεται πριν την ώρα του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: