Οδυσσέας Ελύτης | Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Απόσπασμα

[…] «Πάρε τη λέξη μου» λέει ο Ανδρέας Εμπειρίκος «δώσε μου το χέρι σου». Μέσα σ’ αυτή τη διπλή κίνηση βρίσκεται διατυπωμένη, με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία, η αντίληψη που βγάζει από τον άνθρωπο, τον ποιητή. Μια συναλλαγή –επί τέλους– εκτός εμπορίου. Δίνεις και παίρνεις χωρίς ούτε να πουλάς ούτε ν’ αγοράζεις. Αν υπάρχει κάτι που περνάει από χέρι σε χέρι, αυτό είναι η ανθρωπιά. «Ο ειρμός του ποταμού διεκόπη». Όπως θα λέγαμε: ρήγμα να μην υπάρξει στη συνοχή μας και η ανθρωπιά θα βρει το δρόμο της. «Μες από τα φύλλα των αγρών προς το γεφύρι που χτυπά ο ήλιος τα σπαρτά τα λευκά στήθη τα λουλούδια μέσα στα διάφανα πουκάμισα που ακουμπούσαν στα χαράματα τα κορίτσια σκύβουν γυμνά ή σχεδόν γυμνά να συνθλίψουν και να χαϊδέψουν γενικά τα σώματά των και τα σώματα των ανθών», συνεχίζει το ποίημα. Με άλλα λόγια: όταν νεύεις στη νεότητα, η χάρη της θα σε επισκεφθεί. Όλα θα συγκλίνουν έτσι ώστε να εξαναγκασθεί το τυχαίο ν’ αρθρώσει μιαν αλήθεια τόσο παλιά όσο και η φύση ή το ανθρώπινο σώμα∙ και θα οδηγηθούμε σε μιαν αίσθηση που δεν παλιώνει, δεν ξεπερνιέται, παρά επιτρέπει στον άνθρωπο, χωρίς άλλη προσπάθεια, να παραμένει καινούριος.

Φυσικά τίποτε από όλα αυτά δεν ξεκίνησε να πει ο ποιητής γράφοντας το «Θρυλικόν Ανάκλιντρον» – για να είμαστε εξηγημένοι. Στην υπερρεαλιστική ποίηση όμως συμβαίνει το «καρμπόν» της αντιγραφής να βγάζει πράγματα που δεν διανοήθηκε ο δημιουργός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αντιστοιχούν στη βαθύτερή του οντότητα. Η απώτερη έννοια – και αυτή έχει σημασία – συλλαμβάνεται καθ’ οδόν, όπως το τοπίο του ποιήματος, που καθ’ οδόν «συνελήφθη στα δάχτυλα του πεπρωμένου». Εάν αυτό φαίνεται ακατανόητο μπορούμε να το γυρίσουμε για να δούμε και την άλλη του όψη.

Ως ένα σημείο, η ποίηση λύνει προβλήματα∙ στο αμέσως υψηλότερο, θέτει καινούρια∙ στο ύψιστο, τα αίρει ως εκεί που παύουν να αποτελούν προβλήματα. Μιλώ για τα σημεία που δεν οδηγούν στην τελειότητα (η τελειότητα είναι μια άλλη υπόθεση) αλλά στην άκρως αφιλοκερδή μεταχείριση του κόσμου∙ κάτι που φέρνει σε μεγάλη αμηχανία την κριτική μας και θα εξηγήσω αμέσως γιατί. Ασκημένη χρόνια τώρα να πιάνεται από παραπομπές σε παλαιότερα κείμενα ή από συνθήματα ωραίων, πλην αναφομοίωτων από τον οργανισμό τον ποιητικό, αγώνων, εξαναγκάζεται (σε περιπτώσεις όπου το καλλιτεχνικό φαινόμενο παρουσιάζεται αυτόνομο κι επάνω στους χειρισμούς που επιχειρεί για να συλλάβει τον ταύρο από τα κέρατα) ν’ αντιληφθεί ότι τα χέρια της, από την πολλή αχρηστία, έχουνε πάθει πραγματική αγκύλωση. Χωρίς Αντιγόνες, χωρίς Ορέστηδες, χωρίς πανανθρώπινες αδερφοσύνες, η γραφίδα της είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάτι∙ το μυαλό της να κατεβάσει κάτι – αλλά τι; Χίλιες φορές καλύτερα η σιωπή.

Σαράντα χρόνων τέτοια σιωπή έφτασε ν’ απομονώσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο σε μιαν αντικρινή ακτή, πλησιέστερη όσο και απρόσιτη, μια που πορθμείο για να σε διαπεραιώσει ως αυτήν δεν υπάρχει. Έχουμε την πάσα ευκολία να πλησιάζουμε τα φονικά, δεν έχουμε όμως καμιά για τα τριαντάφυλλα. Τριαντάφυλλα, που λέει ο λόγος∙ επειδή εδώ δεν πρόκειται για τα λουλούδια∙ πρόκειται για το αντίστοιχό τους μέσα στην έκφραση από την άποψη ότι ο ίδιος ο μυστηριακός μηχανισμός που ξεπετάει μπουμπούκια, ξεπετάει φράσεις σε κατάσταση ήβης, ικανές να παγιδεύσουν τα συμβαίνοντα του υπερβατού, χωρίς άλλη μεσολάβηση. Και αυτό, μέσα στον χώρο ενός ποιήματος που δεν αποσκοπεί μήτε στην καλλιέπεια, μήτε στη φιλοσοφική θεώρηση, παρά μόνον σε ό, τι θα ονομάζαμε «δόνηση» ή «εκτόξευση» με την έννοια την πνευματική. Αμέτε ωστόσο ν’ αποδείξετε ότι το αποτέλεσμά του προξενεί τους ίδιους μαγικούς και σφοδρούς ερεθισμούς που προξενούσε άλλοτε η Αποκάλυψη σ’ έναν δεκτικό αναγνώστη του Ιωάννη∙ θα σας πούνε τρελό. Εν τούτοις, μείον τη μετάπτωση από τα θεία στα ανθρώπινα βρισκόμαστε μπροστά στην ίδια αποσυστηματοποίηση του λόγου, στην ίδια εικονιστική, αν θέλει κανείς να το βλέπει έτσι, αμετροέπεια.

Ο παραλογισμός των πρώτων υπερρεαλιστικών κειμένων δεν είναι κατά βάθος παρά μια φωτοκόπια του παραλογισμού των γεγονότων όπου, με το να έχουν εξουδετερωθεί οι σκιές του συμφέροντος, παρουσιάζεται καθαρά μόνον το δυναμικόν της φαντασίας που διαθέτει ο άνθρωπος∙ και λίγο ποιο ψηλά –νομιμοποιημένο πια στη γλώσσα της τέχνης– το ελεύθερο γίγνεσθαι της ζωής, με συνέπειες για τον σκεπτόμενο, απροσμέτρητες.

Εάν επιτυγχάνει κάτι ο Ανδρέας Εμπειρίκος είναι ότι απασφαλίζει την πραγματικότητα. Τον αυτοματισμό δεν τον εφαρμόζει τόσο για ν’ αφεθεί στη ροή του ασυνειδήτου όσο για να θέσει υπό αμφισβήτηση θεμελιακούς νόμους της λειτουργίας μας και – από το άλλο άκρο του Mallarme – να ευρεθεί κάτοχος κειμένων όπου, όχι μόνον οι λέξεις και το νοηματικό τους περιεχόμενο αλλά και η σύνταξή τους και η απώτερη σημασία τους, να παρουσιάζουν μιαν απόκλιση από τη συμβατική ομιλία. Βάζοντας σε ίση μοίρα λογικά και παράλογα, σημαντικά και ασήμαντα, δημοτικίζοντα και καθαρεύοντα, εξαλείφει τις διακρίσεις που ανέκαθεν στηρίξανε την Ελληνο – Δυτική διανόηση, προκαλώντας το επαναστατικό μας ένστικτο σε μια διέγερση που σκοπεύει πέραν από τον τομέα των κοινωνικοπολιτικών επιδιώξεων ν’ αγκαλιάσει, στο σύνολο της ψυχοσωματικής του οντότητας, τον άνθρωπο. […]

ΠΗΓΗ: Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο | Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 1980

Artwork: © Οδυσσέας Ελύτης (αριστερά), Ανδρέας Εμπειρίκος | Άνδρος 1955

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: