Μαρία Πανουσιάδου | 80 και 298 λέξεις

Βουτιά

Τακ τακ παπούτσια περπατάνε δίπλα μου και με ξυπνάνε, δεν υπάρχω στην άκρη του δρόμου κι αλήθεια, τι παράδοξο που κάποτε γκρίνιαζα για το στρώμα κι ευχαριστιόμουν το κάμπινγκ με τα φιλαράκια, μα καθόλου παράδοξο που ψάχνω στους βρωμερούς κάδους της Αριστοτέλους για φαγώσιμα, που κρατάω τη φωτογραφία της Ιωάννας ενώ δεν υπάρχει, δεν υπάρχω, όμως το ’νιωσα όταν ο άλλος έφτυσε πάνω μου γιατί δε με είδε, άρα υπάρχω, το γνωρίζω, η θάλασσα θα με βγάλει απ’ την ανυπαρξία.


Πρωτοπόρος

Εδώ και ώρα είχε απομακρυνθεί από την ομάδα. Έστεκε μπροστά στον λείο και γαλακτερό βράχο και τον θαύμαζε. Δεν είχε αντικρύσει ποτέ κάτι τέτοιο. Αποφάσισε να ανέβει, μήπως βρει κανένα σποράκι. Ζορίστηκε πολύ. Κάθε δυο τρία βήματα γλιστρούσε πάλι στο πάτωμα. Δεν το έβαλε κάτω και στο τέλος έφτασε στην κορυφή. Πω πω! Από ‘δω έβλεπε κι άλλους μικρότερους βράχους, να καταλήγουν σ’ έναν μεγάλο άσπρο κορμό, καλυμμένο με κάτι μαύρα χόρτα. Άσπρο δέντρο και μαύρα χόρτα, όσο το σκεφτόταν τόσο ενθουσιαζόταν! Ευκαιρία να γίνει πρωτοπόρος εξερευνητής, να γυρίσει στη μυρμηγκοφωλιά με περιπετειώδεις ιστορίες και νέες ανακαλύψεις! Ξεκίνησε με τις κεραίες τεντωμένες ν’ ανέβει στο δέντρο. Ο κορμός του ήταν απαλός και μαλακός. Η ανάβαση τώρα ήταν πιο εύκολη γιατί μπορούσε να γαντζωθεί από τα μαύρα χόρτα. Του χρειάστηκε, αφού κάθε λίγο το δέντρο κουνιόταν συθέμελο βγάζοντας έναν δυνατό, βαθύ τριγμό. Φαίνεται πως δεν είχε ρίζες, γιατί ανυψώνονταν πάνω από το έδαφος και ξανάπεφτε με ορμή, μένοντας πάντα όρθιο. Πρωτοφανές! Ο κορμός γινόταν όλο και πιο χοντρός κι ο φλοιός του είχε λακκούβες και ρωγμές. Από μια ρωγμή ανέβλυζε διάφανο υγρό με ξινή μυρωδιά. Γλίστρησε. Μια αλμυρή σταγόνα έσκασε στο στόμα του. Κατρακύλησε, έφτασε στον πάτο κι άρχισε να παλεύει, όταν ξαφνικά πέντε τεράστια κλαδιά ήρθαν κατά πάνω του από το πουθενά και το τράβηξαν έξω.

—Μη κουνιέσαι ρε Νεφέλη! Δεν μπορώ να σε ζωγραφίσω έτσι.
—Ένα μυρμήγκι είναι στο πόδι μου και με γαργαλάει. Κάτσε να το βγάλω έξω κι έρχομαι.

Η Νεφέλη πήρε το μυρμήγκι και το άφησε έξω από το παράθυρο. Εκεί, βρήκε τη γραμμή των φίλων του που επέστρεφαν στη φωλιά. Κανείς δεν είχε προσέξει την απουσία του. Κατάκοπο, κοιμήθηκε αμέσως. Ονειρεύτηκε ότι καθόταν με την παρέα του στην άκρη του περίεργου δέντρου και τους διηγούνταν πως σκαρφάλωσε σχεδόν ως την κορυφή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: