Έριχ Κος | Είκοσι χρόνια μετά

—Πρώτη εμφάνιση στα ελληνικά

Μετάφραση από τα σερβικά: Γιώργος Γκόζης

Μπήκαμε στο δωμάτιο. Ο άνθρωπος έβλεπε τη μητέρα κι εμένα περιμένοντας.
«Δεν μας γνωρίζετε πια;», ρώτησε η μητέρα.

Ο άνθρωπος εξακολουθούσε να μας βλέπει μπερδεμένος κουνώντας το κεφάλι.
«Δεν μπορείτε να θυμηθείτε;», ρώτησε η μητέρα χαμογελώντας.
«Συγχωρείστε με…», είπε ο καθηγητής. «Δεν θυμάμαι».
«Οι Στόγιτς», ανέφερε η μητέρα το οικογενειακό μας όνομα. «Του δικαστή Στόγιτς η σύζυγος με τον γιο», αλλά δεν έκανε καμία διαφορά. Επειδή ήδη αρκετή ώρα στεκόμασταν όρθιοι θυμήθηκε επιτέλους, λες και παρά τη θέλησή του, να μας δείξει τις καρέκλες.
«Παρακαλώ, ορίστε. Και τι θα θέλατε, κυρία;», ρώτησε.
«Ζούσαμε εδώ πριν το πόλεμο… Το ’13 και το ΄14», συνέχισε η μητέρα. «Μέναμε στην οδό Χάμζιτς. Οι πρώτοι γείτονες, ας το πούμε κι έτσι: εσείς, εμείς, ο μηχανικός Γιάνεζιτς, η οικογένεια Ρούζιτς. Εσείς ακόμα δεν είχατε διαμέρισμα, είχατε δωμάτιο σε κάποιας χήρας».
«Ναι», είπε ο άνθρωπος.
«Με τον σύζυγό μου πηγαίνατε για ψάρεμα. Παίζαμε και τένις στη Λέσχη Αξιωματικών… Αχ! Ήταν εκπληκτικά. Θυμάστε;».
«Ναι… εννοείται… θυμάμαι», είπε ο καθηγητής, «απλώς δεν ήμουν πράγματι σίγουρος πως σας θυμήθηκα πραγματικά».

Έγινε μια σύντομη παύση.

«Και τώρα ήρθατε πάλι στο Μόσταρ;», ρώτησε ο καθηγητής με αγένεια.
«Όχι!», είπε η μητέρα. «Ζούμε στο Σαράγιεβο».
«Ήρθατε να επισκεφθείτε συγγενείς;»
«Φίλους! Φίλους και γνωστούς! Να αναβιώσουμε τις αναμνήσεις μας. Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε. Από παλιά είχα την επιθυμία να ξαναεπισκεφτώ τον τόπο όπου πέρασα τα νιάτα μου και τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Επιστρέφουμε από την άδεια».

Τότε η μητέρα στράφηκε σε μένα.

«Ξέχασα να σας τον συστήσω. Από δω ο γιος μου. Τώρα είναι φοιτητής».
«Ώστε έτσι; Ωραία!», είπε ο καθηγητής! «Τι σπουδάζει;»
«Νομική», είπε η μητέρα. «Ξέρετε, είμασταν πριν το μεσημέρι στην Τσέρνιτσα. Θεέ μου, πώς άλλαξαν όλα! Ο κόσμος μετανάστευσε».
«Ναι, κυρία», είπε ο καθηγητής και πάλι έγινε ενοχλητική ησυχία. Ο καθηγητής κοίταξε το ρολόι του, πήρε κάποιο φάρμακο και είπε:
«Συγχωρείστε με!». Κατάπιε το φάρμακο και κοίταξε πάλι το ρολόι. Έγινε και πάλι παύση. Τράβηξα τη μητέρα από το μανίκι και σηκώθηκα. Το κατάλαβε κι εκείνη.
«Πρέπει, δυστυχώς, να φύγουμε», είπε η μητέρα. «Αύριο ταξιδεύουμε».

Ο καθηγητής ένευσε με το κεφάλι. Δεν μας κράτησε.
«Τότε, αντίο», είπε η μητέρα. Χαίρομαι τουλάχιστον που βρήκα κάποιον γνωστό».
«Στο καλό, κυρία. Χάρηκα κι εγώ», είπε ο καθηγητής.

—Προσαρμοσμένο απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων «Τα καλύτερά μας χρόνια», 1955.

Ο Έριχ Κος Erih Koš (Σαράγιεβο 15/4/1913 – Βελιγράδι 25/5/2010) ήταν δικηγόρος, συγγραφέας, μεταφραστής και ακαδημαϊκός εβραϊκής καταγωγής. Το 1941 έλαβε μέρος στην Αντίσταση σε Μονάδες Παρτιζάνων και κατά τη διάρκεια του ΒΠΠ ανέλαβε διάφορα στρατιωτικά και πολιτικά καθήκοντα στη γενέτειρα Βοσνία και στο Μαυροβούνιο. Μετά την απελευθέρωση στην σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία κατείχε διάφορα πολιτικά αξιώματα και θέσεις σχετικές με τον πολιτισμό. Έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, μεταφράστηκε σε δέκα γλώσσες, ενώ ο ίδιος μετέφρασε από τα γερμανικά Γκαίτε. Κέρδισε το διάσημο βραβείο ΝΙΝ το 1967 για το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς. Πρόεδρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του PEN Club Σερβίας. Mέλος της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, ενώ του απονεμήθηκε η υψηλότερη αναγνώριση της χώρας, το βραβείο της «Εβδόμης Ιουλίου», το οποίο έλαβε για το σύνολο έργο της ζωής του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: