Ευθύμιος Λέντζας | V ποιήματα

(Ι)
Έζησα τον έρωτα σαν παιδική γιορτή
Κυνηγημένος τη νύχτα να κρύβομαι:
Πένθιμο σκουλαρίκι με το φεγγάρι στο αυτί –
Ίασμος και χρυσή πεταλούδα στα δέντρα.

Το σπίτι που έτυχε να κατοικήσω-
Σώμα του άντρα πήλινο και μες στα
Χέρια μου αυλάκια τα κλαδιά με τ’ άστρα:
Αίμα της μάνας μου – πολύχρωμη αυγή.


(ΙΙ)
Ένας Αύγουστος για τον άνθρωπο.
Έτσι ερωτεύτηκα στις εποχές με τα
Κρυμμένα φεγγάρια στις αυλές, με
Μάλλινες φανέλες και κοντομάνικα θαύματα.

Ο ήλιος πιάνοντας απ’ τον λαιμό τον θάνατο
Κι απ’ τις ανταύγειες των νησιών
Στα πλευρά μου κάρφωσα ένα μακρύ κοχύλι:

την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα,
τα Επτάνησα, τη Θεσσαλία, τη Θράκη, τη Μακεδονία,
την Ήπειρο, την Στερεά Ελλάδα.


(ΙΙΙ)
Έρωτας ένας – φονιάς βασιλικός
Με μια μασχάλη ονόματα, τη θέση
Παίρνοντας της Παναγιάς – κορίτσι
Που έγινες γυναίκα με την καμπύλη της νίκης.

Φτέρνα θηλυκή αθάνατη – ώρα της πρωινής
Μου ανάπαυσης:
Ο Πηνειός με τα νεκρώσιμα νερά κι ακόμα
Ο θάνατος του Λέντζα στα Ταμπάκικα.


(IV)
Κέντησα την ανάσα στα χείλια,
Περπάτησα στη Ράχη με τα κόκαλα.
Ο δρόμος για το σώμα σου –είπα.
Σαν φύση αληθινή –ειρήνη και μουσική.

Μέτρησα τις χαρές μου με βροχές-
Μικρές αυτοκτονίες σαν λεπτές αποχρώσεις
Θανάτου∙ ο τόπος γύρω μου:
Ομίχλη κι άγριο σκέπασμα.


(V)
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Δεν ήσουνα στο φως ένα κοχύλι που
άνοιγε μες στον χυμό των ροδάκινων,
στην αγκαλιά μιας πράσινης πλαγιάς
με τον ρυθμό της θάλασσας στα μάτια.

Από τη ράχη ενός καλοκαιριού ασπόνδυλου
πέφτοντας στη σκοτεινή ανάσα του Σεπτεμβρίου.
Που πια δεν είναι χελιδόνια – δεν είναι τα σπίτια μας:
οι ρυτίδες στους δρόμους, τα κόκκινα σύννεφα.

Μ’ ένα λυγμό μισοφέγγαρο, δεν ήσουνα
χαμόγελο στις γλάστρες και στα κεραμίδια.
Παίζοντας με τις γάτες να ανανεώνεις το αίμα σου
με ένα μικρό παράπονο στα χείλια.

Κι οι κουρτίνες ανέγγιχτες όπως τα μάγουλα
στην καρδιά σου, που κάθε πρωί θα ξυπνάς με
τραύματα στον ορίζοντα τα χθεσινά όνειρά σου.
Και κάθε τόσο να φεύγεις γυρεύοντας το γαλάζιο:

το θεό που σ’ έφερε απ’ το χώμα – βαθιά στον
έρωτα – χέρι ενός μακρινού γαλαξία.
Είχες το στίγμα των άστρων∙ μαύρο στα δάχτυλα
σαν από ένα τάφο σκαμμένο –το φονικό σου στήθος.

Πάνω και πέρα απ’ τον φόβο –το σώμα σου
με το Αυγουστιάτικο αίμα και τους βράχους
στα κύματα, με θρόμβους καιρούς στους μηρούς∙
στάχτες οι αγάπες που πέρασαν –φωνή από δάκρυ.

Για να σε δούνε οι επόμενες γενιές μ’ ένα
κομμάτι άψινθο στην αγκαλιά να περπατάς
σκυφτή, που άλλο καλοκαίρι δεν θα ‘ρθει.
Στη σιωπή που δεν θέλει ο ήλιος.

Πρώτη δημοσίευση στο Εξιτήριον

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: